Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Ο παράδεισος των γάτων

Ήμουν τότε, μόνο δύο χρονών και μπορώ να πω ότι ήμουν η πιο χοντρή και αφελής γάτα που υπήρχε. Αν και ήμουν σ’ αυτή την τρυφερή ηλικία, εν τούτοις είχα όλη την αλαζονεία ενός ζωντανού, που περιφρονεί τη θαλπωρή του σπιτιού.
Πόσο τυχερή ήμουν, πράγματι, που η θεία πρόνοια μου είχε προσφέρει για να μένω, το σπίτι της θείας σου ! Αυτή η γυναίκα με λάτρευε. Είχα, στο βάθος της ντουλάπας, ένα κανονικό υπνοδωμάτιο, με πουπουλένια μαξιλάρια και τριπλά μαλακά σκεπάσματα. Η τροφή μου ήταν εξίσου εξαιρετική ! Ποτέ σκέτο ψωμί, ή σούπα αλλά πάντοτε καλοδιαλεγμένο φρέσκο κρέας.
Λοιπόν, μέσα σ’ όλο αυτό το πλούτο, είχα μόνο μια έντονη επιθυμία, ένα όνειρο ! Κι αυτό ήταν να γλιστρήσω έξω από το παράθυρο, να δραπετεύσω και να βρεθώ πάνω στις στέγες! Τα χάδια μ’ ενοχλούσαν και το μαλακό μου κρεβάτι μούφερνε ναυτία.
Από την άλλη, ήμουν τόσο χοντρή που σιχαινόμουν τον εαυτό μου και με δυο λόγια είχα βαρεθεί να είμαι όλη μέρα τόσο ευτυχισμένη...
Πρέπει να σου πω, ότι μια φορά, τεντώνοντας λίγο το λαιμό μου είχα δει μια στέγη, ακριβώς έξω από το παραάθυρό μου. Εκείνη την ημέρα, τέσσερις γάτες έπαιζαν εκεί πάνω, η μια με την άλλη. Με τις ουρές τους σηκωμένες όρθιες και τη γούνα τους καρφί έπαιζαν πάνω στους μπλε σχιστόλιθους της ταράτσας, που τους έψηνε ο ήλιος, με όλη την ευτυχία ζωγραφισμένη στα μάτια τους...
Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα ένα τόσο εξαιρετικό θέαμα. Και από τότε είχα μια έμμονη ιδέα και πεποίθηση ότι εκεί έξω, πάνω σ’ αυτή τη στέγη υπήρχε η πραγματική ευτυχία. Εκεί έξω, πέρα απ’ αυτό το παράθυρο που ήταν πάντα τόσο προσεκτικά κλεισμένο. Σε απόδειξη αυτού του ισχυρισμού, θυμήθηκα ότι η πόρτα του ντουλαπιού μέσα στο οποίο η καλή γυναίκα φύλαγε το κρέας, ήταν το ίδιο προσεκτικά κλεισμένη...!

Πήρα τη μεγάλη απόφαση να φύγω ! Στο κάτω-κάτω, θα πρέπει να υπάρχουν κι άλλα πράγματα στη ζωή, πέρα από ένα αναπαυτικό κρεβάτι. Εκεί έξω, υπάρχει το άγνωστο, το ελκυστικό, το ιδανικό...!
Και ξαφνικά, μια μέρα ξέχασαν το πράθυρο της κουζίνας ανοιχτό...
Έδωσα ένα σάλτο και βρέθηκα στη στέγη ακριβώς απέναντι. Το πόσο όμορφες ήταν οι στέγες των σπιτιών, δεν μπορώ να σου πω. Τα πλατιά γείσα που πλαισίωναν τις σκεπές των σπιτιών ανέδιδαν ερεθιστικές μυρωδιές. Ακολούθησα προσεκτικά αυτά τα γείσα μέσα στα οποία οι απαλές πατούσες μου βυθίστηκαν σε μια εξαιρετική λάσπη που ήταν χλιαρή και είχε μια ατέλειωτα γλυκιά μυρωδιά. Ένοιωσα σαν να περπατάω πάνω σε βελούδο ! Και ο ήλιος έλαμπε και μια ευεργετική ζεστασιά χάιδευε το στρουμπουλό και αναφουφουλιασμένο από τη χαρά κορμί μου.
Δεε θα σου κρύψω, βέβαια, το γεγονός ότι όλη την ώρα έτρεμα. Υπήρχε κάτι που επισκίαζε την ευτυχία μου.

Θυμάμαι ιδιαίτερα, την τρομερή συναισθηματική αναστάτωση, που μάλιστα μ’ έκανε να χάσω και τον βηματισμό μου πάνω στις πλάκες, που μου προξένησε η παρουσία τριών γεροδεμένων αρσενικών γάτων, οι οποίοι κύλησαν από την κορφή της στέγης με κραυγές ενθουσιασμού...
Όσο για μένα, όταν έδειξα σημάδια φόβου, μου είπαν ότι ήμουν μια χαζή χοντρή χήνα και επέμειναν ότι τα νιαουρητά τους δεν ήταν παρά μόνο γέλια. Αποφάσισα να τους μιμηθώ και άρχισα και γω να ουρλιάζω. Μου φάνηκε πολύ αστείο, παρόλο που, αυτά τα τρία παλικάρια δεν ήταν τόσο παχιά σαν εμένα και γέλασαν κοροϊδευτικά όταν με είδαν να κυλάω σαν μπάλα πάνω στη ζεστή από τον ήλιο στέγη.
Ένας πολύ γοητευτικός και αρρενωπός γάτος, μέλος αυτής της παλιοπαρέας με τίμησε ιδιαίτερα με τη φιλία του. Προσφέρθηκε να με φροντίσει όσον αφορά την επιμόρφωσή μου, μια προσφορά που δέχθηκα αμέσως με ευγνωμοσύνη.
Ω, πόσο μακρινές μου φαίνοντα εκείνη τη στιγμή όλες οι ανέσεις που μου προσέφερε η θεία σου ! Μέχρι που ήπια νερό από τα ρυάκια του δρόμου και μου φάνηκε δύο φορές πιο νόστιμο από το γλυκό γάλα του σπιτιού. Όλα ήταν φανταστικά !
Μια θηλυκιά γάτα μας προσπέρασε, μια πραγματική καλλονή και η θέα της με γέμισε με παράξενα συναισθήματα. Μέχρι τότε, μόνο στον ύπνο μου είχα δει ένα τέτοιο θεσπέσιο πλάσμα με τόσο φανταστικά καλοσχηματισμένα οπίσθια ! Οι τρεις σύντροφοί μου και γω προχωρήσαμε βιαστικά για να συναντήσουμε τη θεσπέσια αυτή ύπαρξη. Προπορευόμουν των τριών για να επιδώσω στο γοητευτικό θηλυκό τα διαπιστευτήριά μας. Αλλά ξαφνικά, ένας από τους συντρόφους μου, μου ριξε μια τόσο δυνατή δαγκωνιά στο λαιμό που μ’ έκανε να βγάλω κραυγές πόνου.
«Εεε, τί γίνεται εδώ;» επενέβη αμέσως ο προστάτης μου τραβώντας με συγχρόνως παράμερα.
«Έλα, δεν πειράζει, θα συναντήσουμε πολλές τέτοιες κυρίες και θα μπορέσεις να μιλήσεις μαζί τους. Πάμε τώρα».
Ύστερα από μιας ώρας περπάτημα, είχα μια λυσσασμένη όρεξη...!
«χμμ... και τι τρώμε πάνω σ’ αυτές τις όμορφες στέγες;» ρώτησα τον γοητευτικό φίλο μου. «Ό,τι βρίσκουμε», απάντησε εκείνος λακωνικά. Η απάντηση αυτή μ’ έκανε λίγο σκεπτική γιατί, καθώς δεν ήμουν κυνηγιάρα δεν μπορούσα να βρω τίποτα.
Τελικά, κοιτάζοντας μέσα από ένα φεγγίτη είδα έναν νεαρό εργάτη που ετοίμαζε το πρωϊνό του. Πάνω στο τραπέζι, ακριβώς μπροστά στο περβάζι του παράθυρου, μια ιδιαίτερα ζουμερή και κόκκινη μπριζόλα με κοίταζε και την κοίταζα.
«Να μια ευκαιρία για μένα...» σκέφθηκα μάλλον αφελώς, και δίνοντας ένα σάλτο πάνω στο τραπέζι άρπαξα τη μπριζόλα ! Αλλά, δυστυχώς, ο εργάτης με είδε και αρπάζοντας και κείνος μια σκούπα μου τις έβρεξε για τα καλά στη ράχη μου. Πέταξα το κρέας από το στόμα μου και βρίζοντας χυδαία... έφυγα τρέχοντας.
«Μα που ζεις εσύ;» με ρώτησε ο φίλος μου, «δεν ξέρεις ότι το κρέας πάνω στα τραπέζια, είναι μόνο για να το βλέπουμε από μακριά; Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ψάχνουμε στα σκουπίδια...».
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το κρέας της κουζίνας δεν ανήκει ...και στις γάτες... Το στομάχι μου είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται έντονα. Ο όμορφος γάτος προσπάθησε να με παρηγορήσει λέγοντάς μου πως έπρεπε να περιμένουμε μέχρι το βράδυ. Μετά, είπε, θα πηδούσαμε από τις στέγες κάτω στο δρόμο και ψάχναμε για τροφή στους σωρούς των σκουπιδιών. «Θα περιμένουμε τη νύχτα» επιβεβαίωσε ήρεμα σαν φιλόσοφος γάτος που ήταν ο φίλος μου. Αλλά για μένα, η σκέψη και μόνο αυτής της παρατεταμένης νηστείας μ’ έκανε να λιποθυμήσω.

Η νύχτα έπεσε αργά, μαζί με μια καταχνιά και μια ψύχρα που μ’ έκανε να τουρτουρίζω. Αλλά τα πράγματα χειροτέρεψαν λίγο αργότερα όταν άρχισε να βρέχει. Μια ψιλή διαπεραστική βροχή, που μαζί με το δυνατό ουρλιαχτό του αέρα μας μαστίγωνε ανελέητα.
Ξαφνικά οι δρόμοι μου φάνηκαν απελπιστικοί. Δεν είχε μείνει τίποτα από την ωραία ζεστασιά του μεγάλου ήλιου, πάνω στις στέγες όπου κανείς μπορεί να παίξει τόσο ευχάριστα. Οι τρυφερές πατούσες μου γλίστραγαν πάνω σ’ αυτά τα...σιχαμένα πεζοδρόμια και άρχισα να σκέφτομαι με κάποια νοσταλγία τα τριπλά μου σκεπάσματα και τα πουπουλένια μαξιλάρια μου. Μόλις που είχαμε φθάσει στο δρόμο και ο ωραίος φίλος μου, άρχισε να τρέμει, μαζεύτηκε έγινε μικρός, πολύ μικρός και άρχισε να περνάει αθόρυβα και κρυφά τους τοίχους των σπιτιών συμβουλεύοντας και μένα, μέσα απ’ τα δόντια του να κάνω όσο πιο γρήγορα μπορώ. Όταν καταφέραμε και φθάσαμε στο κεφαλόσκαλο μιας εξώπορτας κρύφτηκε πίσω απ’ αυτήν και άρχισε να ρονρονίζει ικανοποιημένος. Όταν τον ρώτησα προς τι αυτή η παράξενη συμπεριφορά μου είπε: «βλέπεις αυτόν εκεί τον άνθρωπο με το αγκίστρι και με το καλάθι;» «τον βλέπω» του απάντησα, «ε, λοιπόν αν μας είχε δει, θα μας είχε πιάσει θα μας είχε ψήσει στη θράκα και θα μας είχε φάει!».
«Θα μας είχε ψήσει στη θράκα και θα μας είχε φάει;;;» αναφώνησα κατατρομαγμένη και αυτόματα μίκρυνα το σώμα μου σαν για να προγυλαχτώ από κάτι. Μα τότε, οι δρόμοι αυτοί δεν είναι για κάποιους σαν εμάς. Όχι απλά δεν μπορούμε να φάμε αλλά αντιθέτως μας τρώνε...! ή ο φίλος μου ο γάτος θέλησε να με τρομάξει υπερβολικά για να προσέχω... ή ακόμα ένοιωθε πιο πολύ σαν ψάρι παρά σαν γάτος, γιατί ο άνθρωπος που μου έδειξε ήταν ένας ψαράς!

Στο μεταξύ, είχαν αρχίσει να βγάζουν έξω, στις άκρες του δρόμου, τα σκουπίδια. Τα παρατηρούσα όλο και με μεγαλύτερη απελπισία. Το μόνο που βρήκα ήταν δυο τρία στεγνά κόκαλα που προφανώς τα είχαν πετάξει εκεί ανάμεσα στις στάχτες. Και τότε ακριβώς και σε κείνο το μέρος έκανα την πικρή διαπίστωση του πόσο λαχταριστό πραγματικά και ελκυστικό μπορεί να είναι ένα πιάτο φρέσκο κρέας !
Ο φίλος μου λοιπόν, σκαρφάλωσε πάνω στους σωρούς των σκουπιδιών με μια τέλεια τεχνική. Εγώ δε, αναγκάστηκα να σκαλίζω δεξιά και αριστερά όλη τη νύχτα ψάχνοντας με μεγάλη προσοχή κάθε πέτρα στο καλντερίμι του δρόμου και μάλιστα χωρίς καμιά βιασύνη.
Μετά από δέκα ώρες ασταμάτητης βροχής όμως, ολόκληρο το σώμα μου άρχισε να τρέμει. Να πάρει η ευχή, σκέφτηκα, δεν θέλω ούτε το δρόμο ούτε την ελευθερία μου. Πόσο λαχταρώ τη φυλακή μου !
Όταν ξημέρωσε, το όμορφο αρσενικό που ήταν παρέα μου, παρατήρησε πως είχα αδυνατίσει.
«Κουράστηκες ε;» με ρώτησε με παράξενο ύφος.
«Κουράστηκα πολύ», του απάντησα
«Θέλεις να γυρίσεις σπίτι σου;»
«Ασφαλώς και θέλω αλλά πως μπορώ τώρα να βρω το δρόμο;»
«Έλα δω κοντά μου» μου είπε το χαριτωμένο και καλόκαρδο αυτό αρσενικό και συνέχισε: «χθες το πρωϊ όταν σε είδα να βγαίνεις από το παράθυρο, κατάλαβα αμέσως πως μια χοντρή γάτα σαν κι εσένα δεν είναι φτιαγμένη για τις χαρές και τις απολαύσεις της ελευθερίας. Ξέρω που μένεις, μπορώ να σε πάω μέχρι τη πόρτα του σπιτιού σου».
Όλα αυτά τα είπε με τον πιο απλό και ήρεμο τρόπο ο όμορφος και αξιοπρεπής αυτός ο φίλος μου και όταν τελικά φθάσαμε μπροστά στο σπίτι μου, χωρίς το παραμικρό ίχνος συγκίνησης μου είπε: «Αντίο λοιπόν!». «Όχι, όχι περίμενε» διαμαρτυρήθηκα, «δεν θα σε αφήσω έτσι. Θα έρθεις μαζί μου. Θα μοιραστούμε και το κρεβάτι μου και το φαϊ μου. Η κυρία μου είναι μια πολύ καλή γυναίκα...». Εκείνος όμως δεν με άφησε να τελειώσω τη φράση μου, «σταμάτα» μου είπε απότομα, «θα πρέπει νασαι τρελή! Εγώ θα πέθαινα μέσα σ’ αυτή την αποπνικτική και πουπουλένια ατμόσφαιρα που ζεις εσύ. Οι ελεύθερες γάτες, ποτέ δεν θα διάλεγαν τις ανέσεις σου και τα πουπουλένια κρεβάτια σου με κόστος το περιορισμό τους μέσα στο σπίτι, θάταν σκέτη φυλακή! Αντίο λοιπόν».

Μ’ αυτές τις λέξεις σκαρφάλωσε ξανά στη στέγη. Είδα την περήφανη και λεπτή σιλουέτα του να ανατριχιάζει ευχάριστα καθώς αισθανόταν πάλι την πρώτη ζεστασιά του πρωϊνού ήλιου.
Όταν μπήκα στο σπίτι, η θεία σου μου έκανε αυστηρές συστάσεις περί πειθαρχίας και με τιμώρησε με το τρόπο της. Μια τιμωρία που δέχτηκα με τη μεγαλύτερη χαρά... και ζεστασιά και ενώ εκείνη μου έδινε τα πιο μαλακά χτυπήματα για να με τιμωρήσει εγώ σκεφτόμουν το ζουμερό κρέας που θα μου έδινε αμέσως μετά...
Βλέπεις, κι αυτή είναι μια δεύτερη σκέψη, που έκανα καθώς τέντωνα το ταλαιπωρημένο μου κορμί μπροστά από τη φωτιά, βλέπεις λοιπόν η πραγματική ευτυχία, ο παράδεισος είναι εκεί όπου κάποιος μπορεί να βρει ένα καλό αφεντικό και ένα ζεστό πιάτο φαί, έστω και λίγη τιμωρία και λίγη φυλακή...

Αλλά μη ξεχνάς πως μιλάω για γάτες!

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΩΝ ΓΑΤΩΝ
του Emile Zola
Απόδοση: Τζέλη Κατσίκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου