Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης γεννήθηκε στην Τσάδα της Πάφου, στις 28 Φεβρουαρίου 1938. Ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας του Μιλτιάδη. Στην οικογένεια του Ευαγόρα ανήκει – δεύτερος ξάδερφος – και ο ήρωας Στέλιος Μαυρομμάτης που ανέβηκε και αυτός, λίγους μήνες πριν τον Ευαγόρα, τα σκαλοπάτια της αγχόνης.

Τα πρώτα του χρόνια ο Ευαγόρας τα έζησε στο χωριό του, τη Τσάδα. Το Σεπτέμβρη του 1944, ο μικρός Ευαγόρας φορώντας την ποδιά του σχολείου, μπήκε στο δρόμο των όμορφων μαθητικών χρόνων, που δεν ήταν ποτέ να φτάσει στο τέρμα τους. Το φθινόπωρο του 1950 ο Ευαγόρας κατέβηκε να φοιτήσει στο Γυμνάσιο, στο Κτήμα. Πάντα ο ίδιος, ντροπαλός, φιλότιμος, σοβαρός και ήρεμος. Η φυσική του Εξυπνάδα τον κάνει να ξεχωρίζει γρήγορα. Το ύφος του ευγενικό, λεπτό, τονίζεται από τη ζωηρότητα της εφηβική ηλικίας και αφήνει στις μνήμες των συμμαθητών του και των άλλων που τον γνώρισαν, ανεξίτηλες εντυπώσεις.

Η μανία του για τους στίχους ήταν μεγάλη. Δεν άφηνε τετράδιο ή περιθώριο βιβλίου που να μη το γεμίσει με στίχους. Συνολικά μας άφησε γύρω στα 500 ποιήματα και πολλές δεκάδες σελίδες πεζών και επιστολών. Τα ποιήματα του μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε σε πατριωτικά, θρησκευτικά, εύθυμα –σατιρικά και ερωτικά. Σε αυτά τα τελευταία, που αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής του παραγωγής ξεχωρίζει…:

Την Ελλάδα αγαπώ, αλλά και σένα

μ’ έναν έρωτα μεγάλο, αληθινό,

τα γαλάζια σου τα μάτια τα θλιμμένα

τον καθάριο της θυμίζουν ουρανό.

Το καλοκαίρι του 1955, ο Ευαγόρα πραγματοποίησε το μεγάλο του όνειρο: να επισκεφθεί την ελεύθερη πατρίδα (την Ελλάδα) με την καθιερωμένη εκδρομή των μαθητών της προτελευταίας τάξης του σχολείου του. Και γράφει…

Αύριο ξεκινούμε για την πατρίδα,

γιαλούς θε να περάσουμε και στεριά.

Μαζί μας θε να πάρουμε την ελπίδα

ταχιά πως θα μας έρθη κι η Λευτεριά.

Κι όταν γύρισε – πολλοί συμμαθητές του είχαν μείνει στην Ελλάδα για να τελειώσουν το Γυμνάσιο – κι η μητέρα του τον ρώτησε γιατί δεν προτίμησε να μείνει κι αυτός αποφεύγοντας τόσους κινδύνους της επαναστατημένης Κύπρου, η απάντηση του ήταν: «Εγώ δεν πήγα για να μείνω. Χρειάζομαι εδώ!!!»

Το χρονικό προς την αγχόνη…

01 Ιουνίου 1953: οι Άγγλοι κυβερνήτες ετοιμάζονται να γιορτάσουν το λαμπρότερο τους εθνικό γεγονός, τη στέψη της νέας βασίλισσας Ελισάβετ, σε όλες τους τις αποικίες, ανάμεσα και η Κύπρος. Παντού όλα είχαν ετοιμαστεί στην εντέλεια. Σε μια πλατεία της Πάφου οι μαθητές οργανώνουν διαδηλώσεις διαμαρτυρίας και ζητούν την αφαίρεση της αγγλικής σημαίας από τα προπύλαια του σχολείου τους. Οι συγκρούσεις αρχίζουν. Ο δεκαπεντάχρονος ακόμα τότε Ευαγόρας, σκαρφαλώνει σε μια κολόνα των προπυλαίων και ρίχνει κάτω την αγγλική σημαία, την οποία οι άλλοι μαθητές ξεσχίζουν και της δίνουν φωτιά. Η σύγκρουση τότε, μεταξύ Άγγλων και μαθητών παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Από την ώρα εκείνη ο Παλληκαρίδης νιώθει να τον σφίγγουν οι αλυσίδες της σκλαβιάς. Θέλει να τις σπάσει και να ζήσει ελέυθερος, ελαφρός, αδέσμευτος. Και προσμένει την ευλογημένη ώρα…

17 Νοεμβρίου 1955: Ο Ευαγόρα πήρε το δρόμο για το σχολείο. Στον περίβολο του γυμνασίου, όλοι οι μαθητές συγκεντρωμένοι και κραυγάζοντας συνθήματα επέμεναν να βγουν στους δρόμους και να διαδηλώσουν…είχε κιόλας διαθοθεί από μέρες πως οι στρατιώτες είχαν διαταγή να πυροβολούν αδιάκριτα τους διαδηλωτές. Ο πατέρας του Ευαγόρα έφτασε βιαστικός στο γυμνάσιο…βρήκε τον Ευαγόρα και του ζήτησε να πάει σπίτι. Ο Ευαγόρα υποσχέθηκε να υπακούσει…ο πατέρας προχώρησε προς το σπίτι αλλά στον δρόμο τον πλησίασε ένας μαθητής και του είπε φοβισμένα: «Τον Ευαγόρα τον συλλάβανε, σαν πήγαινε σπίτι!»

19 Νοεμβρίου 1955: Ο Ευαγόρας οδηγήθηκε στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι μετέσχε παράνομα σε οχλαγωγία. Ο Ευαγόρα δεν παραδέχθηκε και η δίκη αναβλήθηκε για τις 6 Δεκεμβρίου.

5 Δεκεμβρίου 1955: Η παραμονή της μέρας που ο Ευαγόρας Παλλικαρίδης θα εμφανιζόταν μπροστά στον Άγγλο δικαστή…πλησίασε τον πατέρα του: «πατέρα, αύριο είναι η δίκη μου. Ξέρω ότι από το δικαστήριο θα γλιτώσω, μα η αστυνομία θα με συλλάβει και θα με στείλει στο Κάστρο. Εγώ στη φυλακή δε μπορώ να μείνω. Αν δε μπορέσω να δραπετεύσω, θα σκοτώσω κανέναν από τους φρουρούς και θα με σκοτώσουν. Προτιμώ να φύγω, να βγω στο βουνό». Τι μπορούσε να πει και ποια θα ταν η απόφαση του πατέρα μπροστά σε τούτη την αποφασιστική δήλωση του παιδιού του; Είδε πως ο κύβος ερρίφθη…«Παιδί μου, εκεί που θα πας πρόσεξε προ πάντων να σαι τίμιος και ηθικός…πήγαινε στην ευχή μου!»…μα είχε κάτι άλλο να κάνει πριν πάρει τις ανηφοριές. Εκτός από τον πατέρα του, είναι το σχολείο του, την τάξη του, τους συμμαθητές του να αποχαιρετήσει. Μα είναι απόγευμα και κανένας τούτη την ώρα δε βρίσκεται εκεί. Κι αύριο θα ναι πολύ αργά. Έτσι ο αποχαιρετισμός πρέπει να γίνει γραπτός…μπαίνει στην αδειανή αίθουσα της τάξης του…αφήνει πάνω στην έδρα ένα χαρτί και τρέχει…ν΄ ανέβει τα σκαλοπάτια της λευτεριάς…»:




















19 Δεκεμβρίου 1956: Ο πατέρας Μηλτιάδης, καθόταν στο καφενείο του χωριού. Σε μια στιγμή μερικοί συμμαθητές του Ευαγόρα, τον πλησιάζουν: «Είδαμε τον Ευαγόρα αιματωμένο μέσα σε ένα τζίπ να τον κουβαλούν οι Εγγλέζοι!»

14 Μαρτίου 1957: Εφημερίδα «Ελευθερία»













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου