Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

"Όνειρο, δεν είναι κάτι το φανταστικό..!"

Όνειρο, δεν είναι κάτι το φανταστικό. Όνειρο, είναι αυτό που δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα. Γι’ αυτό, αν θες να ονειρεύεσαι…ΞΥΠΝΑ!

Μπήκε το καλοκαίρι. Βγήκε ο ήλιος, όχι όμως για πολύ. Σκούρα σύννεφα, μουντά και οργισμένα, έκαναν την εμφάνισή τους, προσπαθώντας να τον καλύψουν. Τελικά, μετά από σκληρή μάχη, ο λαμπερός βασιλιάς υπερίσχυσε για μια ακόμη φορά, με τη νίκη του, να συνοδεύεται από ένα επιβλητικό, πολύχρωμο χαμόγελο, με φόντο το γαλάζιο του ουρανού…

Ενθουσιασμένος, συνεπαρμένος, μαγεμένος από το μεγαλείο της φύσης, άφησα την ψυχή μου ελεύθερη να πετάξει ψηλά, λύνοντας την από τα δεσμά της βαρύτητας. Τόσο ψηλά, ώστε οι κορυφές των βουνών να μου αγγίζουν την κοιλιά και τα σύννεφα να μου χαϊδεύουνε την πλάτη…

Έτσι, ταξίδεψα σε τόπους μακρινούς, ανάμεσα στα σύνορα της γνώσης και της φαντασίας, πάνω από πεδιάδες και βουνά, από πόλεις και ερήμους, από ποτάμια και θάλασσες, στη γη και στ’ άστρα. Είδα κύματα να παλεύουνε, φοίνικες να μου χαμογελάνε, τον ήλιο να χαίρεται, τη σελήνη να λυπάται… Μια πανδαισία χρωμάτων, τόσο αληθινή μα συνάμα και τόσο μαγική, αρμονικά να απλώνεται στον ατελείωτο καμβά του μεγαλύτερου ζωγράφου…

Άκουσα τον αέρα να φυσά, τόσο μελωδικά, τόσο απαλά, μα συγχρόνως με μανία, με οργή, με ανακούφιση. Άκουσα τραγούδια και χορούς, φωνές και αναστεναγμούς, δάκρυα να πέφτουνε και γέλια να ξεσπάνε. Άκουσα τον ήλιο να γελά και τη σελήνη να κλαίει… όλα τόσο ήρεμα, ανάλαφρα, μαγικά, να απλώνονται στο πεντάγραμμο του πιο θαυμαστού μουσικού…

Περιπλανήθηκα, είδα, άκουσα, δε μίλησα. Κάτι λίγα έμαθα…

Κάποτε όμως κουράστηκα και είπα λίγο να ξαποστάσω. Βρήκα λοιπόν μια κορυφή ψηλή, στα πόδια της να προσκυνάνε δέντρα. Σιγά σιγά ο ύπνος με δέχτηκε γλυκά στην αγκαλιά του και εγώ παραδόθηκα σε ένα ακόμα ατελείωτο ταξίδι ονείρων και ευτυχίας. Μια βοή όμως με ξύπνησε απότομα! Δεκάδες εκατομμύρια μικρά αρνάκια, στοιβαγμένα, ιδρωμένα, ταλαιπωρημένα, μάλωναν για μια θέση κάτω από το φως του ήλιου. Όσο πιο πολύ πλήθαιναν, τόσο πιο πολύ αιματοκυλούσαν. Απόρησα. Πίσω τους, βρισκόταν μια τεράστια, ηλιόλουστη πεδιάδα, ικανή να τα χωρέσει όλα, μα αυτά…δεν την έβλεπαν! Μάλλον οι βοσκοί δεν τα άφηναν να γυρίσουν το κεφάλι, καθώς αυτά, μαγεμένα από τη φλογέρα τους, πήγαιναν σε όλο πιο άγονες περιοχές. Και όσο πιο πολλά πηγαίνανε, τόσο πιο λίγα φτάναν…

Επίσης, παρατήρησα ότι όλα είχανε και ένα φορτίο να σύρουν, άλλα πιο βαρύ, άλλα πιο ελαφρύ, άλλα σαν ομάδα, προσπαθούσανε να σύρουν κάτι μεγάλο, χωρίς βοήθεια, χωρίς ψυχή… Ανά διαστήματα σταματούσαν, έτρωγαν, έπιναν, ζευγάρωναν, άφηναν περιττώματα και το βράδυ ξαποσταίνανε. Τα πιο νεαρά, που και που αντιδρούσαν, πήγαιναν να γυρίσουν το κεφάλι, αλλά με το που το μάτι έβλεπε λίγο από την πεδιάδα πίσω τους, τα άλλα τους παρέσερναν και τα ωθούσαν πάλι προς τα μπροστά, έτσι ώστε να μην έχουν χρόνο για να συνειδητοποιήσουν τι είδαν… Και η πορεία προς την καταστροφή συνεχιζόταν…

Έκατσα εκεί ψηλά για πολύ καιρό, αμέτοχος, παρατηρώντας, καταγράφοντας και κρίνοντας. Κάθε μέρα το ίδιο πράγμα. Παίζανε την φλογέρα οι βοσκοί, έτρεχαν τα αρνάκια ξωπίσω τους… Τα λυπήθηκα, είπα να τα βοηθήσω, αλλά…θα μ’ άκουγαν, θα με καταλάβαιναν, θα μ’ έβλεπαν; Είχα αρχίσει να απογοητεύομαι, να φοβάμαι μην κατρακυλήσω και βρεθώ και εγώ μαζί τους, παγιδευμένος στον κόσμο τους. Τότε όμως έγινε κάτι που δεν το περίμενα. Είδα φτερά στον ουρανό να έρχονται καταπάνω μου. Φοβήθηκα, αλλά γρήγορα, όταν η εικόνα καθάρισε…αναθάρρησα! ΄Ήταν και άλλοι, που είχαν καταφέρει να σπάσουν τα δεσμά τους και να πετάξουν ψηλά στο βράχο που καθόμουν. Τους εξήγησα τι γινόταν και αυτοί με καθησύχασαν. Θα με βοηθούσαν! Μου έδωσαν κουράγιο και ελπίδα. Αλλά τι θα κάναμε; Θα μέναμε εκεί, περιμένοντας να μας παρασύρουν και εμάς; Θα φεύγαμε μακριά, ψάχνοντας αλλού τη γαλήνη στην ψυχή μας ή θα προσπαθούσαμε να πούμε στα αρνάκια, αυτά που είδαμε και ακούσαμε;

Σκέψεις άρχισαν να μου κατακλύζουν το μυαλό. Το κακό, έπρεπε να καταπολεμηθεί από τη ρίζα του. Δηλαδή, την παιδεία. Πλέον, η γενιά μας, και πολύ φοβάμαι και οι μελλοντικές γενιές (αν υπάρξουν), θα χάσουν το κυριότερο πλεονέκτημα του ανθρώπου για την πραγματική γνώση. Την αντίληψη. Η συνεχής εισροή πληροφοριών (οι περισσότερες χωρίς σημασία), ο ακατάπαυστος βομβαρδισμός με τυποποιημένες γνώσεις και η ανικανότητα(;) αντίδρασης απέναντι σε αυτό το τεράστιο εργοστάσιο παραγωγής ρομπότ, πρέπει να μας προβληματίσουν, να μας δώσουν την ώθηση, ώστε εμείς, οι απόγονοι σπουδαίων ανθρώπων, όπως του Σωκράτη και του Ρήγα Φεραίου, να είμαστε αυτοί, οι οποίοι θα φέρουν την πραγματική επανάσταση στο ανθρώπινο γένος. Η ψυχική σκλαβιά, είναι πιο οδυνηρή από τη σωματική. Το νέο, καθαρό ακόμα, μυαλό είναι, κατά κύριο λόγο, το μόνο που ακόμα δεν έχει ξεχάσει τις βασικές ανθρώπινες αξίες. Μην γίνεσαι και εσύ ένα αρνί χωρίς φωνή!

Κάποτε, ένας γέροντας σοφός είχε πει : “ Παιδεία, είναι αυτό που μένει, αφού ξεχάσεις αυτά που έμαθες στο σχολείο “. Τον έλεγαν Αϊνστάιν. Κάτι παραπάνω θα ‘ξερε…

Εγώ πήρα μια απόφαση. Εσύ;

Υ.Γ: Αν ακόμα δεν καταλάβατε πια είναι αυτά τα ποίμνια επίδοξων Θεών, βγείτε απλά μια βόλτα έξω και κοιτάξτε τριγύρω σας ή ανοίξτε μια τηλεόραση αν βαριέστε. Θα τα δείτε παντού…

Αλέξανδρος Νικολαίδης
Πηγή: apolitistosteki.blogspot.com 

2 σχόλια:

  1. Όνειρο είναι το αύριο για το οποίο παλέυουμε και ζούμε. Και συνήθως δεν είναι άπιαστο..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συμφωνώ απόλυτα Τάσο... Από μας εξαρτάται να γίνουν τα όνειρα μας πραγματικότητα. Φτάνει βέβαια να μην είναι "εξωπραγματικά"...αν και κάποτε και αυτά δεν είναι άπιαστα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή