Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Συλλογιέμαι τους ναυτικούς

Συλλογιέμαι τους ναυτικούς... Εκείνους που αυτή την ώρα γυρνούν στους μεγάλους δρόμους του Αμβούργου ή του Μοντεβίδεο, ντυμένοι με τα καλά τους ρούχα, χαρούμενοι σαν μαθητές λυκείου, που έχουν έξοδο και που κοιτάν με την ίδια μαγεμένη περιέργεια τις βιτρίνες των καταστημάτων και τις γυναίκες που περνούν.

Εκείνους που κάνουν μακρινά ταξίδια με γέρικα κι αργοκίνητα φορτηγά και που, καθισμένοι στο κατάστρωμα, διηγούνται μεταξύ τους τις ιστορίες της ζωής τους ή καπνίζουν σιωπηλοί -κοιτάζοντας να καταβαίνει η ωκεάνια νύχτα.

Εκείνους που 'χουν μείνει χωρίς δουλειά και περνάν τις ώρες τους στα μικροκαφενεία των λιμανιών, παίζοντας χαρτιά, λιπαρά από την πολλή μεταχείριση, ή μετρώντας και ξαναμετρώντας, σκεφτικοί, τα λεφτά που τους απομένουν και που τα 'χουν βγάλει προσεκτικά από τα βάθη του κόρφου τους.

Εκείνους που τις μεγάλες μονότονες ώρες του πλου, καθισμένοι στις κουκέτες τους, βγάζουν από τα βάθη των σάκων τους τις αναμνήσεις τους: ξεθωριασμένες φωτογραφίες, κιτρινιασμένα γράμματα με καμπουριασμένους χαρακτήρες, καρτποστάλ με λουλούδια ή ωραίες, σαν κούκλες, γυναίκες, ξενικές δεκάρες, σουγιάδες και μεταξωτά μαντίλια^ και που, με το πρόσχημα να τα τακτοποιήσουν, ξεχνιούνται -ώρα- κοιτάζοντάς τα...

Συλλογιέμαι τους ναυτικούς που κάνουν οικονομίες, για να στέλνουν επιταγές στο σπίτι τους, εκείνους που αγοράζουν φτηνά μυρωδικά ή έξι πήχες μεταξωτό για τις αρραβωνιαστικές τους - και εκείνους που δεν έχουν κανένα στον κόσμο κι έχουν αφοσιωθεί σ' έναν παπαγάλο ή έναν πίθηκο, που λιώνουν από νοσταλγία για τα δάση τους...

Συλλογιέμαι τους ναυτικούς που αρρωσταίνουν και τους κατεβάζουν σε διάφορα λιμάνια, για να τους αφήσουν, μόνους και ξένους, σε πένθιμα δημόσια νοσοκομεία και που η ανάρρωσή τους, ανάμεσα σ' άλλα ανθρώπινα ναυάγια, είναι πιο πένθιμη κι από την αδιαφορία γιατρών και νοσοκόμων τις μέρες του πυρετού και του αγκομαχητού τους....

Συλλογιέμαι τους ναυτικούς που πεθαίνουν στο ταξίδι και τους πετούν στην απέραντη κι αδιάφορη θάλασσα κι ύστερα παραδίδουν το φτωχό σάκο τους, με τα παλιά τους ρούχα, το μεγάλο νικελένιο ρολόι τους, τα ξεθωριασμένα γράμματα, τους σουγιάδες, τις ξενικές δεκάρες και το πήλινο αγαλματάκι που παριστάνει την Ελευθερία του λιμανιού της Νέας Υόρκης, σ' ένα Προξενείο, απ' όπου κανένας, ποτέ δε θα τον ζητήσει...

Συλλογιέμαι τους ναυτικούς Κώστα Ουράνη (κειμ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄ Γυμνασίου).

Ζωντανές εικόνες από τη ζωή των ναυτικών.Πολλά εχουν αλλάξει βέβαια από τότε που γράφτηκε το κείμενο αυτό ειδικά για τους ναυτικούς νέας γενιάς.Πολλά αλλά και τίποτα ταυτόχρονα.Μπορεί τα αργοκίνητα καράβια να "βγάζουν"πλέον 20+κόμβους τα ξεθωριασμένα γράμματα οι φωτογραφίες και τα μαντίλια να αντικαστάθηκαν απο laptop,email, ψηφιακές μηχανές και mp3 players αλλά... Τίποτα δεν αλλάζει την σκληρή ζωή τους κατά τη διάρκεια των μεγάλων ταξιδιών. Αναπολούν τις όμορφες οικογενειακές στιγμές στα ατελείωτα ταξίδια τους αλλά και αυτά ακόμα τα πιο απλά καθημερινά πράγματα που σε εμάς μπορεί να φαίνονται ρουτίνα. Μια βόλτα στο τοπικό μικρομάγαζο για εφημερίδες, μια κυριακή στο γήπεδο, ενα περιποιημένο καφέ στην παραλία, μια βραδιά με φίλους στο αγαπημένο στέκι. Νοσταλγούν να γυρίσουν πίσω στα αγαπημένα τους πρόσωπα. Κάνουν αιματηρές οικονομίες να στείλουν χρήματα στις οικογένειές τους . Μπαρκάρουν σε αφιλόξενα λιμάνια. Περνούν μονότονα τις ώρες τους. Δύσκολη και σκληρή ζωή που η σύγχρονη τεχνολογία μόνο να απαλύνει ελαφρά μπορεί.

Πηγή: aktofylakas.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου