Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

70 ετών θα γινόταν σήμερα ο John Lennon

Κάθε χρόνο σαν σήμερα η Yoko Ono ανάβει μια τεράστια δέσμη φωτός στην Ισλανδία που φτάνει μέχρι τον ουρανό, την κατοικία του John.

Γεννημένος 9 Οκτωβρίου 1940 στο Liverpool ανάμεσα από βομβαρδισμούς των Γερμανών πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια με πάτερα ναυτικό να μην βρίσκεται στο σπίτι για πολύ καιρό και αργότερα να εγκαταλείπει την οικογένεια.

Όταν ο John Lennon ήταν 17, η μητέρα του χτυπήθηκε από αυτοκίνητο και σκοτώθηκε.

Στα 16 του είχε φτιάξει και την μπάντα Quarrymen, όνομα από το Quarry Bank High School όπου και φοιτούσε. Τότε θα γνωριστεί με τον Paul McCartney και λίγο αργότερα θα ξεκινήσουν τους beatles όπου το 1970 θα ανακοινώσουν την διάλυση τους.

Το τέλος του ήρθε αναπάντεχα το βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου του 1980, όταν ο Μαρκ Τσάπμαν πυροβόλησε και τραυμάτισε θανάσιμα τον Λένον, έξω από την οικία του στην Νέα Υόρκη «Δεν σκεφτόμουν καθαρά. Πήρα μια φρικτή απόφαση να τερματίσω τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου, για λόγους εγωϊσμού. Ένιωθα ότι αν σκότωνα τον John Lennon, θα γινόμουν ‘κάποιος’. Αντι γι’ αυτό έγινα δολοφόνος και οι δολοφόνοι παύουν πλέον να είναι ‘κάποιοι’...», είπε ο Chapman.

Η Yoko Ono, η δευτερη γυναικα του, έχει σχεδιάσει κάποιες συναυλίες αφιερωμένες στο έργο του. Η αρχή θα γίνει μέσα στον Οκτωβρίου από τους Iggy Pop, Lady Gaga. Στις 12 Νοεμβρίου άλλη μια συναυλία, με τους Jackson Browne, Patti Smith, Cindy Lauper, Aimee Mann θα διοργανωθεί στο Beacon Theatre της Νέας Υόρκης με τα έσοδα των εισιτηρίων να πάνε στον φιλανθρωπικό οργανισμό Playing For Change, που προωθεί την διάδοση της ειρήνης μέσα από την μουσική.





Πηγή: Απολίτιστο Στέκι
read more “70 ετών θα γινόταν σήμερα ο John Lennon”

Η ζωή του John Lennon, από τη μέρα που γεννήθηκε, μέχρι και τη δολοφονία του.

O Τζων Λένον (John Winston Ono Lennon, 9 Οκτωβρίου 1940 – 8 Δεκεμβρίου 1980) ήταν Άγγλος μουσικός και ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος των Beatles. Εκτός από την επιτυχημένη μουσική του σταδιοδρομία, διακρίθηκε επίσης ως ακτιβιστής του 20ου αιώνα, υιοθετώντας έντονη δράση σε κοινωνικά ζητήματα, ειδικότερα ως ηγετική μορφή του κινήματος ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Η μουσική του επηρέασε πολλούς δημιουργούς και θεωρείται από τους πιο δημοφιλείς και πολυδιασκευασμένους τραγουδοποιούς. Ως μέλος των Beatles, τα τραγούδια του αποτέλεσαν αφορμή για τη δημιουργία μια παγκόσμιας κίνησης εκδήλωσης θαυμασμού που ονομάστηκε Beatlemania. Μετά τη διάλυση των Beatles ακολούθησε ατομική πορεία στη δισκογραφία. Ανάμεσα στις κορυφαίες δημιουργίες του ανήκει το τραγούδι Imagine καθώς και το Give Peace a chance. Δολοφονήθηκε από έναν οπαδό του στις 8 Δεκεμβρίου 1980.

Νεανικά χρόνια
Ο Λένον γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1940 στο Λίβερπουλ της Μεγάλης Βρετανίας, πιθανά κατά τη διάρκεια μίας γερμανικής αεροπορικής επιδρομής. Η μητέρα του, Τζούλια Στάνλεϋ, ήταν κόρη αξιωματικού, ενώ ο πατέρας του, Άλφρεντ Λένον, εργαζόταν ως σερβιτόρος σε πλοία που πραγματοποιούσαν ταξίδια στον Ατλαντικό, κατά τη διάρκεια των οποίων τραγουδούσε ή συμμετείχε σε μουσικές συναυλίες. Μετά τη γέννηση του γιου του, εκείνος εγκατέλειψε την οικογένεια, ενώ η μητέρα του ανέθεσε τη φροντίδα του Τζων Λένον στην αδελφή της Μαίρη (Μίμι) και τον σύζυγό της, Τζωρτζ Σμιθ, ο οποίος διατηρούσε γαλακτοκομείο. Όταν ο Λένον ήταν δεκατριών ετών, ο Τζωρτζ Σμιθ πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία.

Φοίτησε αρχικά στο δημοτικό σχολείο του Dovedale και στη συνέχεια, μετά από επιτυχία στις εισαγωγικές του εξετάσεις, εισήχθη στο γυμνάσιο Quarry Bank Grammar School, όπου σύντομα η απόδοσή του στα μαθήματα σημείωσε αισθητή πτώση. Ως μαθητής, υπήρξε δημοφιλής για τον ατίθασο χαρακτήρα του, τον οποίο ο ίδιος περιέγραψε λέγοντας: «Ήμουν εκείνος για τον οποίο όλοι οι γονείς έλεγαν στα παιδιά τους: το νου σου, μακριά από αυτόν».. Την ίδια περίοδο, οργάνωσε τη δική του skiffle ορχήστρα, με την ονομασία The Quarrymen, στην οποία αργότερα προσχώρησε και ο Πωλ Μακάρτνεϋ, που γνωρίσστηκε με τον Λένον στη διάρκεια μιας συναυλίας του συγκροτήματος, στις 6 Ιουλίου 1957. Η επίδραση του Μακάρτνεϋ υπήρξε έντονη, οδηγώντας στην υιοθέτηση μιας περισσότερο επαγγελματικής φυσιογνωμίας του συγκροτήματος, από το οποίο σύντομα απομακρύνθηκαν τα μη καταρτισμένα μέλη, ενώ προσχώρησε σε αυτό, ο φίλος του Μακάρτνεϋ, Τζωρτζ Χάρισον. Επιπλέον, το συγκρότημα εγκατέλειψε τη φολκ μουσική, στρεφόμενη προς το είδος του ροκ εν ρολ, με έντονες επιρροές από μουσικούς όπως ο Έλβις Πρίσλεϋ, ο Τσακ Μπέρι ή ο Λιτλ Ρίτσαρντ και σταδιακά μετεξελίχθηκε στο σχήμα των Beatles.

Το 1957, ο Λένον αποφοίτησε από το γυμνάσιο και χάρη στη βοήθεια του διευθυντή τού σχολείου του, έγινε δεκτός στη Σχολή Καλών Τεχνών του Λίβερπουλ (Liverpool College of Art). Παρέμεινε για πέντε χρόνια, ασχολούμενος με εφαρμογές γραφικών τεχνών στη διαφήμιση, ωστόσο δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις σπουδές του. Στις 15 Ιουλίου του 1958, σημειώθηκε ο θάνατος της μητέρας του, η οποία παρασύρθηκε από το αυτοκίνητο ενός μεθυσμένου αστυνομικού, έξω από το σπίτι της αδελφής της, γεγονός που επηρέασε βαθειά τον Λένον. Την ίδια περίοδο, γνώρισε τον συμφοιτητή του και ταλαντούχο μαθητή της σχολής, Στιούαρτ Σάτκλιφ, ο οποίος αποτέλεσε και τον πρώτο μπασίστα του συγκροτήματος των Beatles. Με τους Beatles, ο Λένον εμφανίστηκε στο Αμβούργο το καλοκαίρι του 1960, σε μία από τις πρώτες δημόσιες εμφανίσεις τους. Στις 23 Αυγούστου 1962, παντρεύτηκε για πρώτη φορά, την Σύνθια Πάουελ, συμφοιτήτρια του στη Σχολή Καλών Τεχνών του Λίβερπουλ και έγκυος με το γιο του, Τζούλιαν Λένον, που γεννήθηκε τον επόμενο χρόνο στις 8 Απριλίου.

Πορεία με τους Beatles
Ένα μήνα μετά το γάμο του, ηχογράφησε με τους Beatles τον πρώτο τους δίσκο, Love Me Do, ο οποίος κατέκτησε την 17η θέση στη Μεγάλη Βρετανία, μία σημαντική επιτυχία για ένα άγνωστο μέχρι τότε συγκρότημα της επαρχίας. Ακολούθησε ο επόμενος δίσκος, Please Please Me, ο οποίος κατέλαβε την πρώτη θέση σηματοδοτώντας την ανοδική πορεία του συγκροτήματος. Μαζί με τον Μακάρτνεϋ, ο Λένον υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία των Beatles, που στη διάρκεια της δεκαετίας 1960-1970 κατάφεραν να αναρριχηθούν στην κορυφή της δόξας. Υπήρξε ένας από τους κύριους συνθέτες του συγκροτήματος, τραγουδιστής και κιθαρίστας, συμμετέχοντας συχνά και στο πιάνο. Οι πρώτες συνθέσεις του, διακρίνονταν για την απλοϊκή τους μορφή, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά, με συχνές αναφορές σε ρομαντικές ιστορίες αγάπης. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Λένον άρχισε να ωριμάζει ως συνθέτης, ενώ παράλληλα προσπάθησε αρκετές φορές να απεμπλακεί από την έντονα εμπορευματοποιημένη εικόνα του συγκροτήματος, βιώνοντας περιόδους ενθουσιασμού για συγκεκριμένες ιδέες ή ρεύματα, όπως τον διαλογισμό ή τον μαρξισμό της αριστεράς. Οι συνθέσεις του, κατά τη διετία 1966-67, έκαναν ιδιαίτερα αισθητή την επίδραση των «ψυχεδελικών» πειραματισμών του με το LSD, με χαρακτηριστική στιγμή την ηχογράφηση του δίσκου Sergeant Pepper's Lonely Heart Club Band (1967). Η προσωρινή απομάκρυνσή του από τα ναρκωτικά συνδυάστηκε με τη γνωριμία του με τον Ινδό Μαχαρίσι Μάχες Γιόγκι και τον υπερβατικό διαλογισμό. Ο Λένον παρακολούθησε μαθήματα του Μαχαρίσι στην Ουαλία, ενώ στις αρχές του 1968 τον επισκέφτηκε στην κατοικία του στην Ινδία. Αργότερα, υπήρξε περισσότερο κριτικός απέναντί του, δηλώνοντας όμως πως αποτέλεσε για τον ίδιο ένα είδος πατρικού προτύπου.

Στα τέλη της δεκαετίς του 1960, ο Λένον συνδέθηκε με την Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα Γιόκο Όνο, την ίδια περίπου περίοδο που δρομολογήθηκε το διαζύγιό του με τη Σύνθια Πάουελ. Η αρχική γνωριμία τους χρονολογείται το Νοέμβριο του 1966, όταν ο Λένον επισκέφτηκε μία έκθεση τέχνης της Όνο και έκτοτε ξεκίνησε η καλλιτεχνική τους συνεργασία. Το 1968, ο Λένον εγκαινίασε μία ατομική έκθεση στη Robert Fraze Gallery του Λονδίνου, με τον γενικό τίτλο You are here (Είσαι εδώ), αφιερωμένη στη Γιόκο Όνο ως ένδειξη της αγάπης του για εκείνη. Στα τέλη του 1968, συμμετείχαν επίσης στην ταινία Rock and Roll Circus των Rolling Stones. Η σχέση τους, την οποία ο Λένον χαρακτήρισε ως «μία σχέση δασκάλου και μαθητή»[2], με τον ίδιο στη θέση του μαθητή, πυροδότησε αρκετές αρνητικές κριτικές, εστιάζοντας κυρίως στην προσωπικότητα της Γιόκο Όνο, στην εξωσυζυγική σχέση που διατηρούσε μαζί της ο Λένον για ένα διάστημα, αλλά και την κυκλοφορία του δίσκου Unfinished Music No.1: Two Virgins που ηχογράφησαν μαζί. Η Γιόκο Όνο επηρέασε σημαντικά τον Λένον, με τον οποίο αποτέλεσε αχώριστο δίδυμο, τόσο σε ότι αφορά τη σχέση του με το χώρο της μοντέρνας τέχνης όσο και με κοινωνικά προβλήματα τα οποία η ίδια σχολίαζε μέσα από τα έργα της, όπως η θέση της γυναίκας, ο φυλετικός διαχωρισμός ή ο πόλεμος του Βιετνάμ.

Κατά τη τελευταία διετία της παραμονής του στους κόλπους των Beatles, ο Λένον συμμετείχε ενεργά, μαζί με την Όνο, στο κίνημα κατά του πολέμου του Βιετνάμ. Στις 20 Μαρτίου του 1969, o Λένον και η Όνο παντρεύτηκαν στο Γιβραλτάρ, έχοντας προγραμματίσει να περάσουν το μήνα του μέλιτος στο κρεβάτι, διαδηλώνοντας με αυτό τον τρόπο υπέρ της ειρήνης και προσκαλώντας δημοσιογράφους στο ξενοδοχείο που διέμεναν, στην πόλη του Άμστερνταμ. Η πρωτότυπη αυτή διαμαρτυρία (γνωστή και ως «Bed-In») συνεχίστηκε στο Μόντρεαλ, με το ζεύγος Λένον-Όνο να παραχωρεί πολυάριθμες συνεντεύξεις και να δέχεται εκατοντάδες επισκέπτες. Το επόμενο διάστημα, συμμετείχαν σε πολυάριθμες εκδηλώσεις, δίνοντας επίσης μία φιλανθρωπική συναυλία στα πλαίσια της εκστρατείας War Is Over της UNICEF.

Το φθινόπωρο του 1969, ο Λένον ηχογράφησε μαζί με τους Beatles τον τελευταίο δίσκο του συγκροτήματος, με τίτλο Abbey Road. Οι σχέσεις των μελών είχαν ήδη αρχίσει να διαταράσσονται κατά τη διάρκεια των προηγούμενων χρόνων, και ειδικότερα η φιλία του Λένον με τον Μακάρτνεϋ κλονίστηκε. Ο ίδιος ο Λένον, αιτιολόγησε τη διάλυση του συγκροτήματος, αναφερόμενος κριτικά στον ηγετικό ρόλο που επεδίωξε να αναλάβει ο Μακάρτνεϋ μετά το θάνατο του μάνατζερ των Beatles, Μπράιαν Έπσταιν, αλλά και στην αντιπάθεια που έτρεφαν τα υπόλοιπα μέλη απέναντι στη Γιόκο Όνο.

Προσωπική σταδιοδρομία
Η προσωπική δισκογραφία του Λένον είχε ήδη ξεκινήσει πριν τη διάλυση των Beatles, με την ηχογράφηση τριών πειραματικών δίσκων σε συνεργασία με τη Γιόκο Όνο καθώς και τριών ακόμα τραγουδιών, Give Peace a Chance (με αντιπολεμικό περιεχόμενο), Cold Turkey (σχετικά με την εμπειρία του με την ηρωίνη) και Instant Karma!. Μετά τη διάλυση του συγκροτήματος, από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο του 1970, ο Λένον και η Γιόκο Όνο υποβλήθηκαν σε μία «πρωτογενή θεραπεία», κοντά στον Άρθουρ Τζάνοβ, στο Λος Άντζελες. Μετά την επιστροφή του, ηχογράφησε τον πρώτο του προσωπικό δίσκο μετά τη διάλυση των Beatles, με τίτλο John Lennon/Plastic Ono Band, τα περισσότερα τραγούδια του οποίου, είχαν γραφτεί κατά την διάρκεια της θεραπευτικής μεθόδου του Τζάνοβ, την οποία είχε ακολουθήσει. Ενδεικτικά των αντιλήψεων που είχε διαμορφώσει πλέον ο Λένον, είναι τα τραγούδια God, όπου κατέγραψε ανθρώπους και ιδέες στις οποίες είχε πάψει να πιστεύει (μεταξύ των οποίων ο Χριστός, ο Βούδας, ο Έλβις Πρίσλεϋ, ο μυστικισμός και οι Beatles), καθώς και το εμπορικά επιτυχημένο και αμιγώς πολιτικό Power to the People (Δύναμη στο Λαό, σύνθημα που είχε μεγάλη απήχηση σε αναρχικούς της δεκαετίας του 1970).

Ακολούθησε η κυκλοφορία του περισσότερο επιτυχημένου δίσκου του, Imagine (1971), του οποίου το ομώνυμο τραγούδι εξελίχθηκε σε ένα από τα δημοφιλέστερα του Λένον. Το καλοκαίρι του 1971, ταξίδεψε με τη Γιόκο Όνο στην Αμερική, όπου επρόκειτο να ζήσουν μόνιμα τα επόμενα χρόνια. Αφορμή για το ταξίδι αυτό αποτέλεσε η δικαστική διαμάχη της Γιόκο Όνο με τον σύζυγό της Τόνυ Κοξ, σχετικά με την επιμέλεια της κόρης τους Κυόκο. Εγκαταστάθηκαν στη Νέα Υόρκη και σύντομα δραστηριοποιήθηκαν πάνω σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, συμμετέχοντας ενεργά σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών διαδηλώσεων. Οι ηγέτες του αντιπολεμικού κινήματος και ισχυρές προσωπικότητες της αμερικανικής αριστεράς, Τζέρυ Ρούμπιν και Άμπυ Χόφμαν, έπεισαν τον Λένον να συνεργαστεί μαζί τους σε ένα πρόγραμμα συναυλιών διαμαρτυρίας, το οποίο όμως τελικά οδηγήθηκε σε ματαίωση. Εξαιτίας της έντονης κριτικής στάσης του Λένον απέναντι στον πόλεμο και του πολιτικού ακτιβισμού του, ο Τζ. Έντγκαρ Χούβερ διέταξε να ανοιχθεί ειδικός φάκελος στο FBI για εκείνον, συγκεντρώνοντας περίπου 300 σελίδες με σχετικό υλικό, κατά τη διετία 1971-72, επί προεδρίας Ρίτσαρντ Νίξον. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1972, ο γερουσιαστής του ρεπουμπλικανικού κόμματος Στρομ Θέρμοντ, συνέστησε την αφαίρεση της άδειας παραμονής του στην Αμερική, στα πλαίσια μίας έκθεσής του, σχετική με την πολιτική δράση του Λένον. Μετά από μία μακρά δικαστική διαμάχη, του παραχωρήθηκε τελικά μόνιμη άδεια παραμονής, στις 7 Οκτωβρίου του 1975. Στο μεσοδιάστημα, ο Λένον ολοκλήρωσε την ηχογράφηση τεσσάρων δίσκων, Some Time in New York City (μαζί με την Γιόκο Όνο, 1972), Mind Games (1973), Walls and Bridges (1974) και Rock 'n' Roll (1975). Παράλληλα, από τον Οκτώβριο του 1973 μέχρι τον Ιανουάριο του 1975, χώρισε προσωρινά με την Γιόκο Όνο, κατά τη διάρκεια μίας περιόδου που ο ίδιος αποκάλεσε αργότερα «χαμένο Σαββατοκύριακο».

Μετά την επανασύνδεσή του με τη Γιόκο Όνο και για τα επόμενα πέντε χρόνια, ο Λένον απείχε από τη δισκογραφία επιστρέφοντας σε μία αυστηρά ιδιωτική ζωή καθώς, σύμφωνα με την εξήγηση που έδωσε ο ίδιος, επιθυμούσε να αφοσιωθεί στην ανατροφή του γιου τους, Σων Λένον. Ένα ταξίδι του με ιστιοφόρο, στις Βερμούδες, κατά τη διάρκεια έντονης καταιγίδας, αποτέλεσε την αφορμή για την δημιουργία μίας νέας σειράς τραγουδιών που προορίζονταν για τον επόμενο δίσκο του, με τίτλο Doubble Fantasy, ο οποίος ολοκληρώθηκε τελικά σε συνεργασία με τη Γιόκο Όνο. Το Double Fantasy αποτέλεσε τον τελευταίο προσωπικό δίσκο του Λένον που κυκλοφόρησε ενόσω ήταν εν ζωή, και χαρακτηρίζεται ως ένας «ύμνος στην οικογενειακή επιτυχία». Τους τελευταίους μήνες της ζωής του, ηχογράφησε επίσης ένα τμήμα του δίσκου Milk and Honey που ολοκληρώθηκε αργότερα από την Γιόκο Όνο και κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, τον Ιανουάριο του 1984.


Δολοφονία
Το βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου του 1980, ο Μαρκ Τσάπμαν πυροβόλησε και τραυμάτισε θανάσιμα τον Λένον, έξω από την οικία του (στο ιστορικό κτίριο Dakota της Νέας Υόρκης) και ενώ ο τελευταίος επέστρεφε μετά από την ηχογράφηση των τραγουδιών Walking on Thin Ice και It Happened, που προορίζονταν για τον επόμενο δίσκο του. Ο Τσάπμαν είχε προσεγγίσει τον Λένον νωρίτερα την ίδια ημέρα, κατά την αναχώρησή του από το σπίτι του, αποσπώντας μάλιστα ένα αυτόγραφο του. Μετά την επιστροφή του Λένον από το στούντιο ηχογράφησης, ο Τσάπμαν τον πυροβόλησε πισώπλατα, συνολικά τέσσερις φορές. Σύμφωνα με την αυτοψία, οι μισές σφαίρες διαπέρασαν το αριστερό μέρος του σώματός του στο ύψος του στήθους, ενώ οι υπόλοιπες τον τραυμάτισαν κοντά στον αριστερό ώμο. Όλες προκάλεσαν εσωτερική αιμοραγία, ενώ η θανάσιμη σφαίρα διαπέρασε την αορτή του.

Πηγή:  blogthea.gr
read more “Η ζωή του John Lennon, από τη μέρα που γεννήθηκε, μέχρι και τη δολοφονία του.”

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Μάνος Χατζιδάκις, Οδός Ονείρων

Ο Μάνος Χατζιδάκις (23 Οκτωβρίου 1925 – 15 Ιουνίου 1994) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσικοσυνθέτες. Το έργο του θεωρείται πως συνέδεσε τη λόγια με τη λαϊκή μουσική και περιλαμβάνει δεκάδες ηχογραφήσεις πολλές από τις οποίες αναγνωρίζονται σήμερα ως κλασικές.

Περίοδος 1925 - 1944
Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη, γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκης Αρβανιτίδου. Σύμφωνα με τον ίδιο κληρονόμησε από τη μητέρα του «όλους τους γρίφους που από παιδί μ' απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της δεν θα 'μουν ποιητής...». Η μουσική του εκπαίδευση ξεκινά σε ηλικία τεσσάρων ετών και περιλαμβάνει μαθήματα πιάνου από την αρμενικής καταγωγής πιανίστρια Αλτουνιάν. Παράλληλα, εξασκείται στο βιολί και το ακορντεόν.

Ο Χατζιδάκις εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα, με την μητέρα του, το 1932 και έπειτα από το χωρισμό των γονέων του. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1938, ο πατέρας του πεθαίνει σε αεροπορικό δυστύχημα, γεγονός που σε συνδυασμό με την έναρξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου επιφέρει μεγάλες οικονομικές δυσχέρειες στην οικογένεια και αναγκάζει τον Χατζιδάκι να εργαστεί από αρκετά νεαρή ηλικία.

Συγχρόνως επεκτείνει τις μουσικές του γνώσεις παρακολουθώντας ανώτερα θεωρητικά μαθήματα με τον Μενέλαο Παλλάντιο, την περίοδο 1940 - 1943, ενώ ξεκινά και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες όμως δεν θα ολοκληρώσει. Την ίδια περίοδο συνδέεται με άλλους καλλιτέχνες και διανοούμενους, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Γκάτσος, οι ποιητές Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Άγγελος Σικελιανός και ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης

Περίοδος 1945 - 1966
Η πρώτη εμφάνιση του Χατζιδάκι ως συνθέτη πραγματοποιείται το 1944 με τη συμμετοχή του στο έργο Τελευταίος Ασπροκόρακας του Αλέξη Σολωμού, στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, ο Χατζιδάκις θα παρακολουθήσει και μαθήματα υποκριτικής, αν και τελικά ο ίδιος ο Κουν θα τον αποτρέψει. Η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει περίπου δεκαπέντε χρόνια και αποφέρει μουσική για σημαντικό αριθμό έργων του σύγχρονου θεάτρου..

Το 1946 καταγράφεται και η πρώτη του εργασία για τον κινηματογράφο, στην ταινία Αδούλωτοι Σκλάβοι και στα επόμενα χρόνια συνθέτει μουσική για πολλές ελληνικές ή ξένες ταινίες. Ειδικά για την μουσική της ταινίας Το ποτάμι (1959) θα κερδίσει το μουσικό βραβείο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το 1950 θα αποτελέσει ιδρυτικό στέλεχος και καλλιτεχνικό διευθυντή του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου, όπου παρουσιάζει τα τέσσερα μπαλέτα του, Μαρσύας (1950), Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές (1951), Το Καταραμένο Φίδι (1951) και Ερημιά (1958).

Παράλληλα με το Ελληνικό Χορόδραμα, η τραγωδός Μαρίκα Κοτοπούλη αναθέτει στον Χατζιδάκι την σύνθεση της μουσικής για τις Χοηφόρες (1950) από την Ορέστεια του Αισχύλου. Το γεγονός αυτό αποτελεί την αρχή της ενασχόλησης του Χατζιδάκι με πολλές αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες, μεταξύ των οποίων η Μήδεια (1956), ο Κύκλωπας (1959), οι Βάκχες (1962), οι Εκκλησιάζουσες (1956), η Λυσιστράτη (1957) και οι Όρνιθες (1959). Την ίδια εποχή, ο Χατζιδάκις συνεργάζεται και με τον Άγγελο Σικελιανό προκειμένου να συνθέσει τη μουσική για την τελευταία του τραγωδία Ιπποκράτης.

Το 1960 του απονέμεται το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι Τα παιδιά του Πειραιά, από την ταινία του Ζυλ Ντασέν Ποτέ την Κυριακή, το οποίο συμπεριλαμβάνεται και στα δέκα εμπορικότερα τραγούδια του 20ού αιώνα. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις, θεωρεί πως η ελαφρά μουσική του για τον κινηματογράφο του προσδίδει μια «ανεπιθύμητη λαϊκότητα» την οποία δεν αποδέχεται και φθάνει στο σημείο να αποκηρύξει μεγάλο μέρος της.

Σημαντικός σταθμός στο έργο του Χατζιδάκι για το θέατρο αποτελεί ακόμα η παράσταση Οδός Ονείρων (1962) σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού και πρωταγωνιστή το Δημήτρη Χορν.

Την περίοδο 1963-1966 διευθύνει την «Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών» – της οποίας είναι και ιδρυτής -- και στο σύντομο χρονικό διάστημα της λειτουργίας της δίνει 20 συναυλίες με πρώτες παρουσιάσεις δεκαπέντε έργων ελλήνων συνθετών.
Περίοδος 1967 - 1971

Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις επισκέπτεται την Αμερική προκειμένου να ανεβάσει στο Broadway με τον Ζυλ Ντασέν και την Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του Ποτέ την Κυριακή με τον τίτλο Illya Darling. Κατά την παραμονή του στην Αμερική έρχεται σε επαφή με την ποπ και ροκ αμερικανική μουσική σκηνή, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα την ηχογράφηση του κύκλου τραγουδιών Reflections σε συνεργασία με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble. Παράλληλα ξεκινά τη σύνθεση λιμπρέτων για τρία μουσικά έργα (Μεταμορφώσεις, Όπερα για Πέντε, Ντελικανής) ενώ ηχογραφεί και το Χαμόγελο της Τζοκόντας, ένα από τα περισσότερο γνωστά έργα του.

Περίοδος 1972 - 1989
Το 1972, επιστρέφει στην Αθήνα και τον επόμενο χρόνο ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», το οποίο επιδιώκει, σύμφωνα με τον ίδιο, «μια τελετουργική παρουσίαση του τραγουδιού, μ' όλα τα μέσα που μας παρέχει η σύγχρονη θεατρική εμπειρία». Η περίοδος αυτή, μέχρι το τέλος της ζωής του, θεωρείται η περισσότερο ώριμη στην μουσική του σταδιοδρομία και σηματοδοτείται με την ηχογράφηση του Μεγάλου Ερωτικού.

Με το πέρας της στρατιωτικής δικτατορίας διορίζεται «Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής» της Λυρικής Σκηνής για το διάστημα 1975 - 1977 ενώ την περίοδο 1975 - 1982 αναλαμβάνει καθήκοντα Διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας καθώς και Διευθυντή του κρατικού ραδιοσταθμού Τρίτο Πρόγραμμα. Η παρουσία του στο Τρίτο Πρόγραμμα αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς και ίσως την ποιοτικότερη περίοδο του ραδιοσταθμού.

Το 1979 ο Χατζιδάκις καθιερώνει τις «Μουσικές Γιορτές» στα Ανώγεια της Κρήτης, που περιλαμβάνουν τοπικούς λαϊκούς χορούς και τραγούδια. Τον επόμενο χρόνο εγκαινιάζει και τον «Μουσικό Αύγουστο» στο Ηράκλειο, ένα καλλιτεχνικό Φεστιβάλ με κύριο στόχο την παρουσίαση νέων ρευμάτων τόσο στη μουσική όσο και στο χορό, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική και το θέατρο. Την περίοδο 1981 - 1982 διοργανώνει επίσης τους «Μουσικούς Αγώνες» στην Κέρκυρα, ένα μουσικό διαγωνισμό για νέους Έλληνες συνθέτες.

Αξιοσημείωτη είναι και η συμμετοχή του στην έκδοση του πολιτιστικού περιοδικού Το Τέταρτο (1985 - 1986), το οποίο καταγράφει τα καλλιτεχνικά και κοινωνικά δρώμενα μέσα από τις πολιτικές τους διαστάσεις. Παράλληλα, συστήνει το 1985, την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία «Σείριος», η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα.

Περίοδος 1990 - 1994
Στα τέλη του 1989 ο Χατζιδάκις ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων» με σκοπό να παρουσιάσει έργα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις διηύθυνε την ορχήστρα μέχρι το τέλος της ζωής του δίνοντας συνολικά είκοσι συναυλίες και δώδεκα ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου. Το 1991, σε συνεργασία με τον Δήμο Καλαμάτας διοργανώνει επίσης τους «Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Καλαμάτας».

Πέθανε στις 15 Ιουνίου του 1994 και ετάφη στην Παιανία.







Πηγή: rc-cafe.blogspot.com
read more “Μάνος Χατζιδάκις, Οδός Ονείρων”

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Πλάτων

Έλληνας φιλόσοφος και συγγραφέας (427 - 347 π.Χ.).

Γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς ευγενείς. Ο πατέρας του Αρίστωνας έλεγε ότι καταγόταν από τη γενιά του Κόδρου και η μητέρα του Περικτιόνη από το Σόλωνα. Είχε δύο αδερφούς, τον Αδείμαντο και το Γλαύκωνα. Το πρώτο του όνομα ήταν Αριστοκλής. Πλάτωνας ονομάστηκε αργότερα για το ευρύ του στέρνο και το πλατύ του μέτωπο. Νέος ασχολήθηκε με την ποίηση, αλλά γρήγορα στράφηκε προς τη φιλοσοφία. Ήταν 20 χρόνων, όταν γνώρισε το Σωκράτη και έμεινε κοντά του για οκτώ ολόκληρα χρόνια, μέχρι την ώρα που ο μεγάλος δάσκαλος πέθανε (399 π.Χ.). Ο άδικος θάνατος του Σωκράτη τον έπεισε ότι η αθηναϊκή δημοκρατία είχε μεγάλα ελαττώματα και ανέλαβε το ρόλο του κοινωνικού μεταρρυθμιστή.

Μετά τη θανάτωση του Σωκράτη για λίγο καιρό κατέφυγε στα Μέγαρα, κοντά στο συμμαθητή του Ευκλείδη. Ύστερα γύρισε στην Αθήνα, όπου για 10 χρόνια ασχολήθηκε με τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων, τα οποία φέρουν τη σφραγίδα της σωκρατικής φιλοσοφίας. Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Αίγυπτο και στην Κυρήνη, όπου σχετίστηκε με το μαθηματικό Θεόδωρο, και τέλος στον Τάραντα της Ιταλίας, όπου γνώρισε τους πυθαγόρειους, από τη φιλοσοφική σκέψη των οποίων επηρεάστηκε αποφασιστικά. Μετά πέρασε στη Σικελία. Στην αυλή του βασιλιά των Συρακουσών Διονυσίου Α΄ γνώρισε το βασιλικό γυναικάδελφο Δίωνα, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά. Η φιλία όμως αυτή προκάλεσε τις υποψίες του Διονυσίου για συνωμοσία, γι' αυτό έδιωξε τον Πλάτωνα από τη Σικελία. Στην Αίγινα κινδύνεψε να πουληθεί ως δούλος αλλά τον εξαγόρασε ο Κυρηναίος φίλος του Αννίκερης. Επιστρέφοντας στην Αθήνα άνοιξε τη φιλοσοφική σχολή του, την Ακαδημία (387). Η προσπάθεια όμως των δύο φίλων να προσηλυτίσουν στις ιδέες τους το νέο ηγεμόνα Διονύσιο Β΄ απέτυχαν. Για τρίτη φορά ήρθε στην αυλή των Συρακουσών το 361, με σκοπό να συμφιλιώσει το Δίωνα με το Διονύσιο. Αυτή τη φορά κινδύνεψε και η ζωή του. Τον έσωσε η επέμβαση του πυθαγόρειου Αρχύτα. Αλλά ο Δίωνας δε γλίτωσε. Δολοφονήθηκε το 353. Έτσι ο Π. έχασε τον άνθρωπο στον οποίο στήριξε τις ελπίδες του για την επιβολή των πολιτικών του ιδεών. Από τότε ο Π. και μέχρι το θάνατό του ασχολήθηκε με τη διδασκαλία και με τη συγγραφή έργων φιλοσοφικών.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ: Τα έργα του Π. είναι 36 και όλα, εκτός από την "Απολογία", διαλογικά. Και στη συγγραφή ο φιλόσοφος μιμήθηκε τη διδασκαλία του Σωκράτη, ο οποίος δίδασκε διαλογικά. Οι διάλογοί του επιγράφονται με το όνομα κάποιου από τα διαλεγόμενα πρόσωπα, π.χ. "Τίμαιος", "Γοργίας", "Πρωταγόρας" κ.λ.π. Τρεις μόνο διάλογοι, το "Συμπόσιο", η "Πολιτεία" και οι "Νόμοι" τιτλοφορούνται από το περιεχόμενό τους. Σ' όλους τους διαλόγους τη συζήτηση διευθύνει ο Σωκράτης. Στους παλαιότερους διαλόγους διατηρεί την εικόνα του πραγματικού Σωκράτη, ενώ στους νεότερους κάτω από το πρόσωπο του δάσκαλου κρύβεται ο ίδιος ο μαθητής. Το σύνολο του πλατωνικού έργου διακρίνεται σε τρεις περιόδους με βάση τη χρονολογική σειρά:

α) Περίοδος της νεότητας (400 - 387 π.Χ.): Σ΄ αυτήν ανήκουν: Απολογία, Κρίτων, Χαρμίδης, Πρωταγόρας, Λάχης, Ευθύφρων, Ιππίας Μείζων, Ιππίας Ελάσσων, Ίων, Λύσις.

β) Περίοδος ωριμότητας (386-367). Σ' αυτήν ανήκουν: Μενέξενος, Κρατύλος, Ευθύδημος, Γοργίας, Μένων, Παρμενίδης, Φαίδων, Φαίδρος, Πολιτεία, Συμπόσιον, Θεαίτητος.

γ) Περίοδος γηρατειών (366-348). Περιλαμβάνονται: Σοφιστής, Πολιτικός, Φίληβος, Κριτίας, Τίμαιος, Νόμοι, 7η επιστολή.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ: Η πλατωνική φιλοσοφία είναι ιδεοκρατική. Εισάγει δηλ. τη θεωρία των ιδεών, οι οποίες κατά τον Π. είναι οι γενικοί και αιώνιοι τύποι των πραγμάτων, οι ουσίες που γίνονται αντιληπτές μόνο με το λογικό και όχι με την αίσθηση. Τα αισθητά τα θεωρεί είδωλα των ιδεών. Έτσι ο Π. αναγνωρίζει δύο κόσμους, τον αισθητό, ο οποίος διαρκώς μεταβάλλεται και βρίσκεται σε ασταμάτητη ροή, κατά τον Ηράκλειτο, και το νοητό κόσμο, τον αναλλοίωτο, δηλ. τις ιδέες, οι οποίες υπάρχουν σε τόπο επουράνιο. Αυτές είναι τα αρχέτυπα αυτού του ορατού κόσμου, τα αιώνια πρότυπα και παραδείγματα.

Στην ψυχή διακρίνει τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό. Γι' αυτό και αναγνωρίζει τρεις αρετές, τη σοφία, την ανδρεία και τη σωφροσύνη, η καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί και σε ένα από τα τρία μέρη της ψυχής. Τις τρεις αυτές αρετές της ψυχής τις παραλληλίζει με τις τρεις χορδές της λύρας, την υπάτη, τη μέση και τη νήτη. Αλλά οι τρεις αυτές αρετές πρέπει να αναπτύσσονται αρμονικά, ώστε το λογιστικό ως θείο να κυβερνά, το θυμοειδές να υπακούει σ' αυτό ως βοηθός, και τα δύο μαζί να διευθύνουν το επιθυμητικό, για να μην επιχειρεί να άρχει αυτό, αφού είναι το πιο άπληστο και το κατώτερο μέρος της ψυχής. Από την αρμονική ανάπτυξη των τριών αρετών αποτελείται η δικαιοσύνη, η οποία είναι αρμονία των τριών άλλων αρετών.

Επειδή και η πόλη αποτελεί μία μεγέθυνση του ανθρώπου, διακρίνει και σ' αυτήν τρία γένη: το βουλευτικό, το πολεμικό και το χρηματικό, τα οποία αντιστοιχούν προς τα τρία μέρη της ψυχής. Όπως στον άνθρωπο, έτσι και στην πόλη πρέπει να υπάρχει η δικαιοσύνη, δηλ. η αρμονία, που πετυχαίνεται, όταν και στην πόλη το καθένα από τα γένη εκτελεί το δικό του έργο και δεν επιδιώκει τα ξένα.

Η επίδραση του φιλοσόφου αυτού υπήρξε πάρα πολύ μεγάλη. Η ιστορία της φιλοσοφίας μέχρι τον Κικέρωνα είναι γεμάτη από αυτόν και είτε αμφισβητεί είτε ακολουθεί τη διδασκαλία του. Οι πατέρες της εκκλησίας από αυτόν δανείζονται ιδέες και επιχειρήματα και τον θεωρούν τον πιο σημαντικό αντιπρόσωπο της ανθρώπινης φιλοσοφίας. Αλλά και η νεότερη φιλοσοφική σκέψη δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τον Π. Τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα ή προσπαθούν να ανατρέψουν τις ιδέες του ή οικοδομούν πάνω σ' αυτές.
read more “Πλάτων”

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

Μάνος Ξυδούς 1953 – 2010

Ο Μάνος Ξυδούς γεννήθηκε στις 15 Μαΐου του 1953 στους Αγίους Αναργύρους, από πατέρα Μήλειο και μητέρα Κρητικιά.

Η πρώτη του επαφή με τη μουσική ήταν στα νεανικά του χρόνια, όταν έπιασε δουλειά ως κλητήρας στην τότε Columbia στη Ριζούπολη. Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο έδωσε εξετάσεις και πέρασε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών Επιστημών και όταν τελείωσε τη σχολή σπούδασε marketing. Η μουσική όμως κυλούσε στις φλέβες του, γι' αυτό και παράλληλα με τις σπουδές του δούλευε ως DJ στις «Καρυάτιδες» της Πλάκας.

Συνέχισε να εργάζεται στη ΜΙΝΩΣ-EMI, απεσταλμένος στην Κρήτη ως πωλητής. Έμεινε εκεί τρία χρόνια και απέκτησε μεγάλη εμπειρία, η οποία του έδωσε τη δυνατότητα να αντιληφθεί με ποια κριτήρια αγοράζει ο κόσμος τους δίσκους, πράγμα που αποδείχτηκε μεγάλο προτέρημα όταν ασχολήθηκε αργότερα με τις παραγωγές και το marketing.

Κομβικό σημείο στη ζωή και την καριέρα του υπήρξε στα τέλη της δεκαετίας του '80 η συνάντησή του με τους Πυξ Λαξ, το νεαρό τότε φιλόδοξο συγκρότημα, που έμελλε να φέρει νέο αέρα στην ελληνική δισκογραφία. Ο Μάνος Ξυδούς ήταν πλέον Marketing Director στη ΜΙΝΩΣ-EMI, ενώ ως παραγωγός είχε στο ενεργητικό του χρυσούς και πλατινένιους δίσκους. Επίσης, είχε κάνει ήδη μία μεγάλη επιτυχία με τους «Dreamer and the fool moon» και το τραγούδι «Sandrina», σε αγγλικούς στίχους. Αυτό το maxi single πούλησε 49.000 αντίτυπα και ανέβηκε στις πρώτες θέσεις των καταλόγων της Ιταλίας, της Ελβετίας, της Γαλλίας κ.ά.

Ο Ξυδούς ανέλαβε την παραγωγή του πρώτου και του τρίτου δίσκου των Πυξ Λαξ. Σύντομα, όμως, έγινε μέλος του συγκροτήματος, γράφοντας στίχους, μουσική και κάνοντας φωνητικά. Μαζί τους έζησε τις δόξες, τις εμπειρίες, τις συναυλίες, την αποδοχή και τη διάλυση.

Μετά τη διάλυση του γκρουπ συνέχισε να δραστηριοποιείται ως τραγουδοποιός, κάνοντας προσωπικούς δίσκους και συνεργαζόμενος με άλλους καλλιτέχνες, όπως ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Πάνος Κατσιμίχας και οι Όναρ.

Πέθανε στις 13 Απριλίου του 2010, από ανακοπή καρδιάς, κατά τη διάρκεια πρόβας στο γήπεδο του Νέου Φαλήρου.

Προσωπική Δισκογραφία
Κανάστα (2005)
Περιμένοντας το νέκταρ (2006)
Βράδιασε, τα ξαναλέμε (2007)
Μέχρι να πάρεις παγωτό, σε βρίσκει ο χειμώνας (συμμετοχή στον Πάνο Κατσιμίχα) (2007)
Τ' αστέρια θα 'ναι πάντα μακριά (2008)

Πηγή:  sansimera.gr
read more “Μάνος Ξυδούς 1953 – 2010”

Elvis Presley -"The King" 1935-1977

Γέννηση 8 Ιανουαρίου 1935 Τουπέλο, Μισισιπής
Θάνατος 16 Αυγούστου 1977 (42 ετών)
Μέμφις, Τενεσί


Ο Έλβις Άρον Πρίσλεϊ (8 Ιανουαρίου 1935 - 16 Αυγούστου 1977) γεννήθηκε στο Τουπέλο του Μισισίπι. Γνωστός και με το ψευδώνυμα "Βασιλιάς της Rock 'n' Roll" και "Βασιλιάς" (αγγ. "The King"), ήταν τραγουδιστής, μουσικός και ηθοποιός ενώ θεωρείται από πολλούς ως ένας από τους μεγαλύτερους διασκεδαστές των τελευταίων 50 ετών.

Ξεκίνησε τραγουδώντας μουσική rockabilly για την εταιρεία Sun Studios, με πολλά κομμάτια rhythm and blues, gospel και country, ενώ ο συνδυασμός όλων αυτών των οδήγησε προς την καθαρή rock & roll μουσική. Επιτυχία γνώρισε όμως και με μπαλάντες αλλά και με κομμάτια country, μπλουζ, ποπ, φολκ, αγγίζοντας κάποιες στιγμές ακόμη και τη τζαζ. Μπορούσε να φέρει εις πέρας έναν πολύ μεγάλο αριθμό ειδών μουσικής, πάντα με την ίδια επιτυχία, χάρη στην άκρως προσαρμόσιμη φωνή του.
Ο Έλβις Πρίσλεϊ κυκλοφόρησε 75 albums ανάμεσα στο 1956 και το 1977. Υπολογίζεται πως έως και σήμερα έχουν πουληθεί πάνω από 1 δισεκατομμύριο αντίτυπα, περισσότερα από κάθε άλλο καλλιτέχνη. Πολλά από αυτά έγιναν χρυσά ή πλατινένια, ακόμη και περισσότερες από μια φορές. Εκτός αυτών, τιμήθηκε με 14 υποψηφιότητες για βραβείο Grammy, εκ των οποίων 3 φορές ήταν και ο νικητής. Στην ηλικία των 36 ετών τιμήθηκε με το Grammy Lifetime Achievement Award για το σύνολο της καριέρας του.
Εκτός της καριέρας στη μουσική, ο Πρίσλεϊ συμμετείχε και σε 33 κινηματογραφικές ταινίες. Αν και οι κριτικοί ποτέ δεν τις σχολίασαν με διθυράμβους, ήταν ιδιαίτερα κερδοφόρες. Ακόμη, ιστορικές έχουν μείνει οι τηλεοπτικές εμφανίσεις του και τα ειδικά αφιερώματα που του έγιναν.
Πέθανε πρόωρα το 1977 σε ηλικία 42 ετών από καρδιακή αρρυθμία, ένας θάνατος που ήρθε πιο γρήγορα κυρίως λόγω της κακής διατροφής, των εξουθενωτικών ωραρίων αλλά και των φαρμάκων που χρησιμοποιούσε σε μεγάλες ποσότητες. Παρόλα αυτά, μετά το θάνατο του, υπήρξε σύγχυση, ακόμη και φημολογία πως ο Πρίσλεϊ ζει έως και σήμερα.

Πρώτα χρόνια
Ο Έλβις γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1935 στις 4:35 π.μ. στο Τουπέλο του Μισισίπι, σε ένα σπίτι που αριθμούσε δύο δωμάτια. Γονείς του ήταν οι Βέρνον Πρίσλεϊ και Γκλάντυς Λαβ Σμιθ, οι οποίοι, όπως πολλοί περιγράφουν, ήταν πολύ προστατευτικοί προς αυτόν, ενώ ο ίδιος είχε μια ασυνήθιστα στενή σχέση με τη μητέρα του. Ο δίδυμος αδερφός του, Τζέσυ Γκάρον, πέθανε κατά τη γέννα, αφήνοντας έτσι τον Έλβις να ζήσει σαν μοναχοπαίδι. Ο Έλβις, στη μνήμη του πρόωρα χαμένου αδελφού του, χρησιμοποιούσε σαν μεσαίο όνομα το Aron αντί του Aaron που ήταν και το κανονικό.
Το 1941, ο Έλβις ξεκίνησε το σχολείο. Οι συμμαθητές του τον πείραζαν συνεχώς καθώς έδειχνε ξένος σε σχέση με αυτούς. Σύμφωνα με τους καθηγητές του, ήταν ένα καλό παιδί και ένας μέτριος μαθητής. Το 1945 ο Έλβις αποκτά τη πρώτη του κιθάρα. Εν έτη 1946, ο Πρίσλεϊ αλλάζει σχολείο, αλλά το 1948 η οικογένεια μετακομίζει στο Μέμφις του Τενεσί, όπου και πάλι έμειναν σε φτωχικές γειτονίες. Ο νεαρός Έλβις πήγαινε στις Συνάξεις του Θεού και εκεί επηρεάζεται ιδιαίτερα από τη μπλουζ μουσική αλλά και από την gospel. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του το 1953, ο Πρίσλεϊ έκανε διάφορες δουλειές όπως οδηγός φορτηγού, ενώ δούλεψε και σε συνεργείο.

Το ξεκίνημα στη μουσική
Στις 18 Ιουλίου 1953, ο Πρίσλεϊ πληρώνει $3.25 για να ηχογραφήσει ένα δίσκο στη Sun Studios με τα τραγούδια My Happiness και That's When Your Heartaches Begin. Ο Πρίσλεϊ έδωσε αυτό το δίσκο στη μητέρα του, ως δώρο για τα γενέθλια της. Επέστρεψε στη Sun Studios στις 4 Ιανουαρίου 1954 και πλήρωσε $8.25 για να ηχογραφήσει ένα δεύτερο δίσκο με τα τραγούδια I'll Never Stand in Your Way και It Wouldn't Be the Same Without You. Ο ιδρυτής του μικρού στούντιο ηχογραφήσεων, Σαμ Φίλιπς, ο οποίος είχε ήδη ηχογραφήσει καλλιτέχνες όπως οι Howlin' Wolf, James Cotton, B.B. King και Little Milton, έψαχνε για έναν λευκό με νέγρικο ήχο και συναίσθημα. Ο Πρίσλεϊ εμφανίστηκε στη κατάλληλη χρονική στιγμή, οπότε στις 26 Ιουνίου1954 αυτός και η συνεργάτης του, Marion Keisker, τον καλούν στο στούντιο για ένα δοκιμαστικό.
Ο Έλβις έπαιξε με τους Scotty Moore και Bill Black αλλά αρχικά το δοκιμαστικό κρίθηκε αποτυχημένο. Κατά την διάρκεια μιας πρόβας όμως πάνω στο τραγούδι That's All Right, ο Phillips έκρινε το αποτέλεσμα ικανοποιητικό και στις 19 Ιουλίου 1954 το έδωσε στη κυκλοφορία. Ο δίσκος έγινε επιτυχία και η φήμη του Πρίσλεϊ άρχισε να εξαπλώνεται, παρά τις όποιες διαμαρτυρίες υπήρξαν γύρω από τη μουσική του. Το δεύτερο single του με τα Good Rockin' Tonight και I Don't Care if the Sun Don't Shine κυκλοφόρησε στις 25 Σεπτεμβρίου 1954. Η καριέρα του αρχίζει να παίρνει εθνικές διαστάσεις, όταν στις 28 Ιανουαρίου 1956 μαζί με τους Moore, Black και D.J. Fontana έκαναν την πρώτη τους τηλεοπτική εμφάνιση στην εκπομπή Stage Show, σε μια σειρά οκτώ παραστάσεων.

Ο Presley και ο Tom Parker
Ιστορική στιγμή για τη καριέρα και τη πορεία του Έλβις στάθηκε η γνωριμία του με τον Τομ Πάρκερ (γνωστό και σαν "συνταγματάρχη" - en. "Colonel"), ο οποίος πήρε και το πλήρη έλεγχο της καριέρας του. Ο Πάρκερ μετέφερε τον Πρίσλεϊ από την Sun Studios στην RCA Records στις 25 Νοεμβρίου 1955, εξαγοράζοντας το συμβόλαιο του με τη Sun για $35,000. Το πρώτο single του Έλβις για την RCA, Heartbreak Hotel πούλησε πολύ γρήγορα ένα εκατομμύριο αντίτυπα.
Ο Πάρκερ ήταν ένας από τους καλύτερους στη δουλειά του και έκανε τα πάντα για να προωθήσει ακόμη περισσότερο τον Πρίσλεϊ, κλείνοντας μια σειρά από τηλεοπτικές εμφανίσεις. Ακόμη, έκλεισε στον Έλβις επταετές συμβόλαιο με κινηματογραφικό στούντιο, κάτι που οδήγησε στην παραμέληση της μουσικής καριέρας του για συμμετοχή σε ταινίες. Αυτές συνήθως ήταν musicals και σημάδεψαν τη μεταμόρφωση του Πρίσλεϊ από ένα επαναστάτη rocker σε διασκεδαστή για όλη την οικογένεια. Ο Πρίσλεϊ ξεκίνησε την κινηματογραφική του καριέρα με την ταινία Love Me Tender
ενώ κάποιες από τις καλύτερες ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε θεωρούνται τα Jailhouse Rock και King Creole

Η επιτυχία του Πρίσλεϊ οδήγησε τον ίδιο και τον Πάρκερ να μοιράζονται τα κέρδη ισόποσα. Με τα χρόνια, πολλά γράφτηκαν και ακούστηκαν για τον Τομ Πάρκερ, τα περισσότερα από αυτά επικριτικά.

Στρατιωτική Θητεία
Στις 20 Δεκεμβρίου 1957 ο Presley λαμβάνει το φύλλο πορείας του για την υποχρεωτική θητεία του στον Αμερικανικό στρατό. Στις 24 Μαρτίου του 1958 παρουσιάστηκε κανονικά στη μονάδα του στο Friedberg της Γερμανίας. Κατά την παραμονή του στα Γερμανικά εδάφη γνώρισε την 14-χρονη Priscilla Beaulieu, την κοπέλα που αργότερα θα παντρευόταν. Ο Presley επέστρεψε στα Αμερικανικά εδάφη στις 2 Μαρτίου 1960 και μερικές μέρες αργότερα του απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του λοχία.

1968: Η επιστροφή
Το άστρο του Presley είχε αρχίσει να τρεμοσβήνει την εποχή που ο ίδιος αφιερώνονταν εξ ολοκλήρου στη κινηματογραφική του καριέρα και η Βρετανική "επιδρομή" στις ΗΠΑ ήταν πλέον γεγονός, με τους Beatles να ηγούνται αυτής. Έως και τα τέλη της δεκαετίας του '60, ο Presley συμμετείχε σε μια σειρά ταινιών οι οποίες, αν και κερδοφόρες, δεν είχαν κάτι ιδιαίτερο να επιδείξουν όσον αφορά τη μουσική τους. Ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα απογοητευμένος από την πορεία που είχε πάρει η καριέρα του. Αυτό οδήγησε σε ένα μαγνητοσκοπημένο κονσέρτο που αργότερα ονομάστηκε "'68 Comeback Special", μεταδόθηκε από το NBC στις 3 Δεκεμβρίου 1968 και αργότερα κυκλοφόρησε σε album από την RCA. Ο Presley είχε να δώσει ζωντανή παράσταση από το 1961 στο Περλ Χάρμπορ.
Αν και δεν είχε τον τεράστιο προϋπολογισμό των κινηματογραφικών του ταινιών, ο Presley κατάφερε να βγάλει μέσα από αυτό μια παράσταση συναισθηματικού μεγαλείου, με ερμηνείες που τον έφερναν και πάλι πίσω στις ρίζες του rock 'n' roll. Απέφυγε να κάνει ένα απλό Χριστουγεννιάτικο σόου, όπως αρχικά αποσκοπούσε ο Tom Parker. Η επιστροφή του 1968 ακολουθήθηκε από ζωντανές συναυλίες το 1969, αρχικά στο Λας Βέγκας και έπειτα σε ολόκληρη την έκταση των ΗΠΑ, με αριθμό-ρεκόρ θεατών στις περισσότερες από αυτές. Παρ όλη την επιτυχία αυτών , ήταν η αρχή μιας νέας εποχής για τον Elvis, κατά την οποία απομακρύνθηκε από τα "ρεύματα" που εκείνη την εποχή είχαν παγιωθεί από τους Beatles και Rolling Stones. Πολλοί ήταν αυτοί που άσκησαν κριτική σε αυτήν την απομάκρυνση από τις ρίζες του.

Τα τελευταία χρόνια
Μετά από εφτά χρόνια μακρυά από τα charts, το τραγούδι του Presley "Suspicious Minds" έφτασε στο νούμερο 1 του Αμερικανικού Billboard στις 1 Νοεμβρίου 1969. Από το 1969 έως το 1971 θα κυριαρχήσει στις πωλήσεις δίσκων σε πολλές χώρες, με 20 συνεχόμενες επιτυχίες. Μετά από μια δεκαετία κινηματογραφικών ταινιών, η δεκαετία του '70 σηματοδότησε την επιστροφή του καλλιτέχνη σε μια καθαρά μουσική καριέρα. Η αρχή έγινε με το single "Kentucky Rain" το οποίο μόνο στις ΗΠΑ πούλησε πάνω από 500.000 αντίτυπα. Ακολούθησε μια σειρά επιτυχημένων δίσκων και παραστάσεων, όπως τα "Elvis Country", "Love Letters", "That’s The Way It Is" κ.α. Το 1973, η χρονιά ξεκίνησε με δύο παραστάσεις στη Χαβάη, μια από τις οποίες μεταδόθηκε ζωντανά σε όλο το κόσμο μέσω δορυφόρου και τη παρακολούθησαν πάνω από 1 δισεκατομμύριο τηλεθεατές. Κυκλοφόρησε και σε album με την ονομασία "Aloha from Hawaii via Satellite".
Παρά τις επιτυχίες και ιδιαίτερα μετά το διαζύγιο του το 1973, ο Presley άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα απόμακρος και να παίρνει συνεχώς βάρος, ενώ μάχονταν και από μια εξάρτηση στα φάρμακα με συνταγή, τα οποία είχαν μεγάλο αντίκτυπο στην εμφάνιση του αλλά και στην απόδοση του πάνω στη μουσική. Παρά τα όποια προβλήματα, ο Presley συνέχισε τις συναυλίες και τα νέα albums για τα επόμενα χρόνια. Το 1977 βρήκε το Presley να μάχεται με τον εαυτό του, καθώς είχε μετατραπεί σε μια καρικατούρα αυτού που ήταν πριν μερικά χρόνια. Πολλές συναυλίες δεν δόθηκαν καθόλου ενώ δεν ήταν λίγες αυτές στις οποίες το ηχητικό αποτέλεσμα ήταν κάτω του μετρίου. Μαχόμενος με την πολύ κακή του υγεία, έκανε τη τελευταία του ζωντανή εμφάνιση στην Ιντιανάπολις, στις 26 Ιουνίου 1977.

Θάνατος και ταφή
Στις 16 Αυγούστου 1977 στο Μέμφις του Τενεσί, ο Elvis βρέθηκε ξαπλωμένος στο πάτωμα από τη μνηστή του Ginger Alden, στο σπίτι του, την βίλα Graceland, στο Μέμφις του Τενεσί. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Baptist Memorial όπου και στις 3:30 μ.μ. ανακοινώθηκε ο θάνατος του. Ο Elvis Presley έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 42 ετών. Σε μια συνέντευξη τύπου που δόθηκε αργότερα, οι γιατροί ανακοίνωσαν πως ο θάνατος επήλθε από καρδιακή αρρυθμία η οποία προκλήθηκε από μια μεγάλη δόση φαρμάκων.
Η κηδεία του Presley ήταν ένα εθνικό γεγονός, ενώ την παρακολούθησαν εκατοντάδες χιλιάδες φίλοι του, θαυμαστές και δημοσιογράφοι. Η ταφή του Presley αρχικά έγινε στο νεκροταφείο του Forest Hill στο Μέμφις, δίπλα από τη μητέρα του, αλλά για λόγους ασφαλείας οι σωροί μεταφέρθηκαν στη Graceland. Μετά το θάνατο του άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φημολογίες, από τον τρόπο με τον οποίο πέθανε μέχρι και το αν βρίσκεται ακόμη στη ζωή.

Φωνητικά χαρακτηριστικά
Ο Elvis Presley ήταν ένας βαρύτονος του οποίου η φωνή είχε τεράστια όρια και πολυποίκιλα ηχοχρώματα. Κάλυπτε δύο οκτάβες και 1/3, με πιο ιδανική για τον Presley τη μεσαία οκτάβα. Η φωνή του θύμιζε σε πολλά αυτή των rhythm-and-blues και gospel τραγουδιστών, τα μουσικά βήματα των οποίων άλλωστε ακολούθησε και ο ίδιος.

Μουσικές ρίζες
Ακόμη και στη δεκαετία του '60 , σε μια εποχή που ο ρατσισμός βρίσκονταν στο αποκορύφωμα του, ο Presley πάντα έδειχνε την αγάπη του για την Αφρο-Αμερικάνικη μουσική και εξέφραζε αβίαστα το πόσα οφείλει σε καλλιτέχνες όπως οι B. B. King, Arthur Crudup, Jackie Wilson, Robert Johnson, Ivory Joe Hunter και Fats Domino.
Έως και τα μέσα του 20ού αιώνα, οι μαύροι καλλιτέχνες είχαν ελάχιστες πωλήσεις δίσκων, βγάζοντας μόνο τα προς το ζην. Αλλα απο τη στιγμή που ο Elvis αγόρασε τη μουσική του Otis Blackwell και συνεργάστηκε με τον στιχουργό Claude Demetrius, η μουσική βιομηχανία πέρασε σε μια νέα διάσταση.
Δεν ήταν λίγοι όμως αυτοί που κατηγόρησαν τον Presley πως απλώς κλέβει την Αφρο-Αμερικανική μουσική. Σύμφωνα με τον καθηγητή Michael T. Bertrand του πανεπιστημίου του Τένεσι, ο Presley δανείστηκε απο τους μάυρος ακριβώς όσα δανείστηκε απο τους λευκούς και πως όσοι υποστηρίζουν κάτι τέτοιο απλώς δεν γνωρίζουν τις πολλαπλές επιρροές που είχε. Ουσιαστικά, η εκκλησιαστική μουσική gospel ηταν μια απο τις κύριες επιρροές για τη μετέπειτα πορεία του Elvis Presley και το κύριο θεμέλιο όλης της μουσικής του παιδείας.

"Η μαφία του Μέμφις" και άλλοι φίλοι
Ο καλλιτέχνης είχε πολλούς φίλους, με τους οποίους συνήθιζε να περνά αρκετές ώρες. Η παρέα αυτή αποκαλούνταν πολλές φορές από τον τύπο σαν η «μαφία τους Μέμφις». Μερικοί εξ αυτών ήταν οι Sonny West, Red West, Billy Smith, Marty Lacker και Lamar Fike.
Ένα άλλο κεφάλαιο ήταν οι άνθρωποι που είχαν επωμιστεί στις πλάτες τους την ασφάλεια του Elvis Presley, Red και Sonny West καθώς και ο Dave Hebler, οι οποίοι έδειχναν πίστη και αγάπη προς το πρόσωπο του Presley, ενώ δεν έλειπαν οι φορές που καλούνταν να το αποδείξουν έμπρακτα, ρισκάροντας την ίδια τους τη ζωή.

Presley και γυναίκες
Ο Presley, πέρα από τις σχέσεις που κατά καιρούς διατηρούσε, παντρεύτηκε τη Priscilla Beaulieu στις 1 Μαϊού 1967. Ο Presley γνωρίστηκε με τη Priscilla κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του στη Γερμανία. Εννιά μήνες μετά το γάμο τους, ο οποίος έγινε στις 1 Μαίου 1967, ήρθε στο κόσμο η μοναχοκόρη τους, Lisa Marie (1 Φεβρουαρίου 1968) η οποία σήμερα είναι τραγουδίστρια. Presley και Priscilla χώρισαν στις 23 Φεβρουαρίου 1972 και συμφώνησαν σε από κοινού επιμέλεια της κόρης τους.
Έξι μήνες μετά το χωρισμό με τη Priscilla, ο Presley γνώρισε την βασίλισσα της ομορφιάς, Linda Thompson, αλλά η σχέση τους θα χαρακτηρίζονταν περισσότερο σαρκική παρά οτιδήποτε άλλο. Τελευταία σύντροφος του Presley ήταν η Ginger Alden, η οποία έμελλε να είναι και αυτή που θα τον έβρισκε να έχει αφήσει την τελευταία του πνοή το 1977.

Graceland
Η Γκρέϊσλαντ βρίσκεται στον αριθμό 3764 της λεωφόρου Έλβις Πρίσλεϊ, πάνω σε ένα λόφο του προαστίου Whitehaven του Μέμφις, 8 μίλια μακρυά από το κέντρο της πόλης. Η κατοικία χτίστηκε αρχικά κατά τον Αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο (1861-1865) από τον εκδότη S.E. Toof, ενώ την μορφή που έχει σήμερα την πήρε το 1938
Από τους τότε ιδιοκτήτες της Dr. Thomas και Ruth Moore. Από την κόρη του ζεύγους, Ruth Marie, πωλήθηκε αργότερα στον Έλβις Πρίσλεϊ το 1957 προς $102,500, ενώ σήμερα κατοικεί σε αυτήν η Lisa Marie Presley.
Ο Πρίσλεϊ και οι γονείς του έμειναν στη Γκρέϊσλαντ από το 1957 έως και το τέλος της ζωής τους, μαζί και με την γιαγιά του Έλβις, Minnie Mae, η οποία ξεπέρασε τους απογόνους της και έφυγε από τη ζωή στις 8 Μαΐου 1980. Στη Γκρέϊσλαντ βρίσκονται θαμμένοι οι σωροί του Έλβις, της μητέρας του Γκλάντυς καθώς και της Minnie Mae.

Κληρονομιά και επιρροές
Το 1957 ο Presley ήταν ο πιο διάσημος διασκεδαστής σε όλο το κόσμο. Αυτό ενέπνευσε τραγουδιστές από πολλά μέρη του κόσμου να φτιάξουν τα δικά τους τραγούδια βασισμένα στη μουσική του Elvis Presley. Εν έτη 1959 εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Cliff Richard, ο αποκαλούμενος και σαν "Βρετανός Elvis" ενώ στη Γαλλία ο Johnny Hallyday είχε τον τίτλο του "Elvis της Γαλλίας". Παρόμοια συνέβη στην Ιταλία με τον Claude François και τον Bobby Solo. Όλοι τους ήταν φανερά επηρεασμένοι από τον νεαρό Elvis Presley.
Την εποχή που άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους και οι πρώτες ταινίες του, πολλοί ήταν αυτοί που μιμήθηκαν τον τρόπο με τον οποίο κινούνταν στη σκηνή ενώ όλο και περισσότεροι έφηβοι άρχισαν να υιοθετούν τον τρόπο με τον οποίο χτενιζόταν. Ένα μεγάλο κεφάλαιο έκανε την εμφάνιση του μετά το θάνατο του το 1977 και αυτό δεν ήταν άλλο από πους μίμους, τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να τον μιμηθούν στα πάντα, από τη φωνή μέχρι την εμφάνιση του.

Πέρα από τα υπόλοιπα επιτεύγματα του Presley, είναι και ένας από τους τέσσερις καλλιτέχνες (οι υπόλοιποι τρεις είναι οι Roy Orbison, Guns N' Roses και Nelly) που κατάφερε να έχει ανάμεσα στα πέντε καλύτερα δύο άλμπουμ του στο ίδιο chart. Έχει μπει στα Rock and Roll Hall of Fame, Country Music Hall of Fame και Gospel Music Hall of Fame. Το 1993 η μορφή του Elvis Presley έκανε την εμφάνιση της σε γραμματόσημο των Αμερικανικών ταχυδρομείων ενώ το σπίτι του στο Μέμφις έχει χαρακτηριστεί σαν εθνικό μνημείο.

read more “Elvis Presley -"The King" 1935-1977”

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

Σπύρος Καλογήρου 1922 – 2009

Ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, που ταυτίστηκε με το ρόλο του κακού στη μεγάλη οθόνη. Σήμα κατατεθέν του: η χαρακτηριστική, τρεμάμενη φωνή του και το άγριο παρουσιαστικό του.

Βέρος Αθηναίος, ο Σπύρος Καλογήρου γεννήθηκε στην Κυψέλη στις 3 Νοεμβρίου του 1922. Στα εφηβικά του χρόνια άρχισε να εργάζεται ως φωτογράφος. Με το θέατρο ασχολούνταν ερασιτεχνικά, μέχρι που κάποιος σκηνοθέτης τον παρότρυνε να γραφτεί στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου.

Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1955, με τον θίασο του Ν. Χατζίσκου στον «Ερωτόκριτο» και ακολούθησε ο «Άμλετ». Η θεατρική του σταδιοδρομία άρχισε ουσιαστικά να διαμορφώνεται με την ένταξή του στο «Θέατρο Τέχνης» τουΚαρόλου Κουν, το 1960, με το οποίο έπαιξε σε ιστορικές παραστάσεις (π.χ. «Όρνιθες», «Πέρσες») σε Ελλάδα και εξωτερικό. Συνεργάστηκε με τους θιάσους των Λαιμού, Ροντήρη, Μινωτή, Σολωμού, Κουν, Κατράκη, Μυράτ, Λαμπέτη, Κατερίνας κ.ά.

Στη δεκαετία του '80 άρχισε να συγκροτεί προσωπικούς θιάσους μαζί με τη σύζυγό του, Ευαγγελία Σαμιωτάκη, κι έκαναν πολλές περιοδείες. Έπαιξε σε περίπου διακόσια θεατρικά έργα και σε όλα τα είδη του θεάτρου, κλασικούς και σύγχρονους συγγραφείς, από θέατρο του παραλόγου (Ιονέσκο) μέχρι επιθεώρηση, αλλά και σε πολλά του ελληνικού δραματολογίου.

Από τους τελευταίους, χαρακτηριστικούς ρόλους του στη σκηνή, στον οποίο υπήρξε απολαυστικός, ήταν αυτός του Λουκά στο «Λόγω Φάτσας» του Γιώργου Διαλεγμένου, που σκηνοθέτησε ο Αντώνης Αντύπας στο «Απλό Θέατρο» (1993-1995). Το καλοκαίρι του 1996 εμφανίστηκε με τον Θύμιο Καρακατσάνη στο «Καραγκιόζη-Ντριμ», ερμηνεύοντας τον Μπάρμπα-Γιώργο, ενώ το 1999 έπαιξε στο πλευρό της Μιμής Ντενίση στο «Εγώ η Λασκαρίνα».

Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1955 στην ταινία του Ντίμη Δαδήρα «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας». Έκτοτε συμμετείχε σε περισσότερες από 60 ταινίες, μαζί με τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού σινεμά. Εμφανίστηκε σε περίπου 55 ταινίες, ανάμεσά τους οι: «Η Αθήνα τη νύχτα», «Στεφανία», «Κοντσέρτο για πολυβόλα», «Η νεράιδα και το παλικάρι», «Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά», «Η Μαρία της σιωπής», «Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο», «Στάκαμαν». Όμως, η ταινία που άφησε εποχή ήταν η «Λόλα», στην οποία ο Σπύρος Καλογήρου είχε πει την αξέχαστη φράση «Είναι πολλά τα λεφτά Άρη», προς τον τότε συμπρωταγωνιστή του Νίκο Κούρκουλο, για τα «μάτια» τηςΤζένης Καρέζη.

Το 1966, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, του απονεμήθηκε τιμητική διάκριση για την ερμηνεία του στη μικρού μήκους ταινία «Τζίμης ο Τίγρης» του Παντελή Βούλγαρη και οι κριτικοί κινηματογράφου τού απένειμαν το 1971 τον Αργυρό Απόλλωνα για τον ρόλο του στην ταινία «Κατάχρηση εξουσίας». Τιμήθηκε με τη Χρυσή Κεφαλή του «Θεάτρου Βαχτάγκοφ» της Μόσχας. Εμφανίστηκε και σε τηλεοπτικές σειρές («Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή»).

Παρά την κινηματογραφική εικόνα του κακού, με την οποία ταυτίστηκε, στην αληθινή ζωή του ο Σπύρος Καλογήρου υπήρξε ένας πολύ γλυκός και τρυφερός άνθρωπος. Συνοδοιπόρος του στη ζωή υπήρξε η Ευαγγελία Σαμιωτάκη, επίσης ηθοποιός, με την οποία παντρεύτηκε το 1952. Μαζί απέκτησαν ένα γιο και αποτέλεσαν ένα από τα πιο αγαπημένα και μακροβιότερα ζευγάρια της σοουμπίζ.

Πέθανε, σε ηλικία 87 ετών, στις 27 Ιουνίου 2009.
read more “Σπύρος Καλογήρου 1922 – 2009”

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Όμηρος

Ο μεγαλύτερος ποιητής του κόσμου κι όλων των αιώνων. Ο αθάνατος του έντεχνου λόγου που αυτός τον γέννησε και τον δίδαξε. Ο πλάστης του ρυθμού, του μέτρου, της καλλιέπειας. Ο πρώτος των πρώτων. Ο πατέρας των ποιητών.
Για τη ζωή του τίποτα δεν είναι θετικό. Ούτε πότε γεννήθηκε ξέρουμε, ούτε και που γεννήθηκε. Μύθοι και υποθέσεις υπάρχουν μονάχα. Η πατρίδα του δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα.
Επτά πόλεις φιλονικούσαν γιατί τον πίστευαν δικό τους, αλλά και πολλές άλλες ακόμα.
Ένα γνωστό επίγραμμα που υπάρχει από την αρχαιότητα θα μας πει: "Επτά πόλεις μάχονται για τη καταγωγή του Ομήρου": Σμύρνη, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Άργος, Αθήναι. Όμως σύμφωνα με άλλη παράδοση, στο επίγραμμα τον διεκδικούσαν και η Σαλαμίνα της Κύπρου και η Ρόδος και η Κύμη.
Το πιο πιθανό είναι πως γεννήθηκε στη Χίο γιατί εκεί, όπως αναφέρεται από τον ποιητή Σιμωνίδη, ζούσε το γένος των Ομηρίδων.
Η επιστήμη για το χρόνο που γεννήθηκε αποκλίνει περισσότερο στην άποψη του Ηρόδοτου που λέει πως ο Όμηρος μεγαλύτερός του κατά τετρακόσια χρόνια, ήταν σύγχρονος του Ησίοδου και πρέπει να έζησε κοντά στα 800 π.Χ.
Η παράδοση αναφέρει πως γεννήθηκε τυφλός, ότι το πρώτο του όνομα ήταν Μελισηγένης ή Μελισηγενής, πως μητέρα του είχε τη νύμφη Κριθηίδα, και πατέρα του τον Μαϊωνα, και πως το συνηθισμένο του όνομα ήταν Όμηρος.
Το συμπέρασμα πως ήταν τυφλός, βγήκε από την ετυμολογία του ονόματός του που έδωσε ο Έφορος ο Κυμαίος. Όμηρος, είπε, είναι ο μη οράν, εκείνος που δε βλέπει. Άλλοι νομίζουν πως δόθηκε για όμηρος όταν ακόμα ήταν νήπιο.
Σαν τόπος που πέθανε ομολογείται από τους αρχαίους η Ίος. Εκεί θάφτηκε από τους κατοίκους του νησιού με μεγάλες τιμές και στον τάφο του χάραξαν επίγραμμα θαυμασμού.
Έργα του είναι η "Ιλιάδα" και η "Οδύσσεια" και ίσως τα "Κύπρια έπη", "Βατραχομυομαχία", "Επίγονοι", "Θηβαϊς", κ.ά.
Τα ομηρικά ποιήματα απασχόλησαν πολύ τους κριτικούς, δικούς μας και ξένους, και οι γνώμες ήταν διχασμένες.
Από την εποχή του Μεγάλου Αλέξανδρου παρουσιάστηκε η άποψη ότι τα έργα "Ιλιάδα" και "Οδύσσεια" δεν ήταν γραμμένα από το ίδιο πρόσωπο, από τον ίδιο ποιητή. "Οι αναλυτικοί", όπως ονομάστηκαν οι υποστηριχτές της θεωρίας αυτής, οδηγήθηκαν στο παραπάνω συμπέρασμα από τη διαπίστωση πως και τα δυο ποιήματα δεν έχουν το ίδιο ύφος. Ακόμα και οι νεότεροι διαφωνούν. Ο Άγγλος ιστορικός Τόμψον, ο Γερμανός φιλόλογος Φρειδερίκος Βολφ και άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Όμηρος δεν είναι το ίδιο κι ακόμα ή ένα πραγματικό πρόσωπο. Τα ομηρικά έπη δημιουργήθηκαν με τη συνένωση πολλών δημοτικών τραγουδιών που μεταξύ τους είχαν μια συγγένεια και μιλούσαν για ταξίδια, γι' αγώνες, για πολέμους. Τα μεταφέρανε, λένε, από τη Μικρά Ασία οι Ίωνες και οι Αιολείς και τα τραγουδούσαν οι ραψωδοί στις γιορτές διαμορφώνοντάς τα προς το καλύτερο.
Ο Μ. Αλέξανδρος είχε πάντα την "Ιλιάδα" κάτω από το προσκέφαλό του και ο Γκαίτε δεν αποχωριζόταν την ομηρική ποίηση.
Και τα δυο αυτά βιβλία είναι παγκόσμια γνωστά, έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και στην ελληνική υπάρχουν διάφορες μεταφράσεις.

Πηγή: livepedia.gr
read more “Όμηρος”

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Φρεντερίκ Σοπέν 1810 – 1849

Πολωνός πιανίστας και συνθέτης της Ρομαντικής περιόδου, που έγραψε ορισμένες από τις ωραιότερες συνθέσεις για πιάνο.

Η εκλεπτυσμένη πρωτοτυπία που χαρακτηρίζει το έργο του και η εξαιρετική δεξιοτεχνία του ως πιανίστα τον κατατάσσουν στους σημαντικότερους συνθέτες και πιανίστες όλων των εποχών.

Βαρσοβία
Ο Φρίντερικ Φραντσίσεκ Σόπεν (Fryderyk Franciszek Szopen) γεννήθηκε στην πόλη Ζελάσοβα Βόλα (50 χιλιόμετρα δυτικά της Βαρσοβίας) στις 22 Φεβρουαρίου 1810, όπως αναφέρεται στη ληξιαρχική πράξη γέννησης ή την 1η Μαρτίου 1810, όπως υποστήριζε ο ίδιος και η οικογένειά του. Ο πατέρας του, Νικολά Σοπέν, ήταν γάλλος εμιγκρέ, που εργαζόταν ως παιδαγωγός στην αριστοκρατική οικογένεια των Σκάρμπεκ, από την οποία καταγόταν η φτωχή μητέρα του Τέκλα Γιουστίνα Κζιζανόφσκα. Ο Νικολά Σοπέν είχε αποκτήσει πολωνική συνείδηση, αφού είχε λάβει μέρος στην εξέγερση του 1794 κατά των Πρώσων και των Ρώσων, που πάντα εποφθαλμιούσαν τα εδάφη της Πολωνίας. Ο Φρίντερικ ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας Σόπεν και το μόνο αγόρι. Η βάπτισή του έγινε στις 23 Απριλίου 1810 και έλαβε τα ονόματα Φρίντερικ (προς τιμήν του κόμη Σκάρμπεκ, εργοδότη του πατέρα του) και Φράντσισεκ (πολωνική εκδοχή του Φρανσουά, ονόματος του παππού του). Αργότερα, όταν θα μετακομίσει στο Παρίσι θα υιοθετήσει τη γαλλική εκδοχή του ονοματεπωνύμου του, Φρεντερίκ Φρανσουά Σοπέν (Frederic Francois Chopin), με το οποίο είναι γνωστός παγκοσμίως.

Σε ηλικία οκτώ μηνών, ο Φρειδερίκος μετακόμισε με την οικογένειά του στη Βαρσοβία, όπου ο πατέρας του ανέλαβε τη θέση του καθηγητή Γαλλικών στο Γαλλικό Λύκειο της πόλης. Από μικρός έδειξε την κλίση του στη μουσική, όταν προσπαθούσε να αναπλάσει αυτά που έπαιζαν στο πιάνο η μητέρα του Γιουστίνα και η μεγάλη αδελφή του Λουντβίκα. Το 1817 άρχισε μαθήματα πιάνου με τον πολυτάλαντο μουσικό Βόιτσιεχ Τσίβνι και τον επόμενο χρόνο (24 Φεβρουαρίου 1818) έδωσε το πρώτο του κοντσέρτο για φιλανθρωπικούς σκοπούς, ερμηνεύοντας το «Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα σε σολ ελάσσονα» του Άνταλμπερτ Γκίροβετς. Εν τω μεταξύ, είχε συνθέσει το πρώτο του έργο, μια «Πολωνέζα σε σολ ελάσσονα» και μέχρι τα δεκάξι του χρόνια το συνθετικό έργο είχε εμπλουτιστεί με άλλες πολωνέζες, μαζούρκες, παραλλαγές, σκωτικούς χορούς (ecossaises) κι ένα ρόντο. Η φήμη του «Σόπινεκ», όπως τον αποκαλούσε χαϊδευτικά ο Τύπος, γρήγορα εξαπλώθηκε και στη Βαρσοβία τον θεωρούσαν δεύτερο Μότσαρτ.

Το 1822, ο γερο-Ζίβνι είπε στον πατέρα του ότι δεν μπορούσε να προσφέρει τίποτα στον μαθητή του, αφού αυτός τον είχε ξεπεράσει σε πολλούς τομείς. Στις 23 Απριλίου 1821 συνέθεσε και αφιέρωσε στον καθηγητή του την «Πολωνέζα σε λα ύφεση μείζονα», που αποτέλεσε το αποχαιρετιστήριο δώρο του προς τον σπουδαίο δάσκαλο. Στα μέσα Ιουλίου του 1824, ο Φρειδερίκος παραπονέθηκε στη μητέρα του ότι τον τελευταίο καιρό ένιωθε ζαλάδες και μεγάλη αδυναμία. Ο πατέρας του σκέφθηκε ότι τα συμπτώματα αυτά οφείλονταν σε υπερκόπωση, αλλά ζήτησε και τη γνώμη του γιατρού, που παρακολουθούσε την κλονισμένη υγεία της αδελφής του Αιμιλίας, η οποία έπασχε από φυματίωση. Ο γιατρός διαπίστωσε ότι δεν επρόκειτο για υπερκόπωση, αλλά για εξασθένηση του οργανισμού του νεαρού παιδιού, του οποίου η υγεία δεν ήταν ποτέ καλή. Του συνέστησε να αλλάξει τρόπο ζωής, να πάει στην εξοχή και να ακολουθήσει ειδικό διαιτολόγιο.

Το 1826 οι γονείς του τον έγραψαν στο Ωδείο της Βαρσοβίας, το οποίο διηύθυνε ο συνθέτης Γιόζεφ Έλσνερ, από τον οποίον παλιότερα είχε λάβει μαθήματα πιάνου. Καλύτερο δάσκαλο δεν θα μπορούσε να βρει ο νεαρός Σοπέν, καθότι ο Έλσνερ, όντας ο ίδιος συνθέτης με ρομαντική αντίληψη, είχε συνειδητοποιήσει ότι η ευρηματικότητα του μαθητή του δεν θα έπρεπε να περιοριστεί από τη στείρα υποταγή στους ακαδημαϊκούς κανόνες. Τον Απρίλιο του 1827 η αδελφή του Αιμιλία ξεψύχησε στην αγκαλιά της μητέρα της, χτυπημένη από τη φυματίωση, που καθημερινά έστελνε εκατοντάδες ανθρώπους στον τάφο σε όλη την Ευρώπη. Ο Σοπέν συγκλονίστηκε από τον θάνατο της αδελφής του, ενώ η μητέρα του Γιουστίνα δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το φοβερό χτύπημα της μοίρας.

Τον Σεπτέμβριο του 1828 ο Σοπέν πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι εκτός Πολωνίας. Συνόδευσε στο Βερολίνο τον οικογενειακό φίλο Φέλιξ Γιαρότσκι, ο οποίος θα παρακολουθούσε ένα συνέδριο ζωολογίας. Εκεί, στην πρωτεύουσα της Πρωσίας, ο νεαρός Σοπέν άνοιξε τους καλλιτεχνικούς του ορίζοντες, παρακολουθώντας παραστάσεις όπερας και κοντσέρτα. Στο Βερολίνο γνώρισε τον σχεδόν συνομήλικό του Φέλιξ Μέντελσον, ο οποίος ήταν ήδη διάσημος. Στο ταξίδι της επιστροφής σταμάτησε στο Πόζναν, όπου φιλοξενήθηκε από τον πρίγκιπα Άντον Ράτζιβιλ, που ήταν συνθέτης και τσελίστας. Για να ανταποδώσει τη φιλοξενία του πρίγκηπα και της κόρης του Βάντα, που έπαιζε πιάνο, συνέθεσε την «Πολωνέζα για τσέλο και πιάνο σε ντο μείζονα, έργο 3».

Στις 15 Ιουλίου 1829 ο Σοπέν πήρε το πτυχίο του με άριστα, αποσπώντας τους θερμούς επαίνους του διευθυντή του Ωδείου, Γιόζεφ Έλσνερ, ο οποίος σημείωσε στο ημερολόγιό του: «Φρειδερίκος Σοπέν, σπουδαστής του τρίτου έτους. Ικανότητες εκπληκτικές, μουσική μεγαλοφυΐα. Ανοίγει νέα εποχή στη μουσική για πιάνο, τόσο με τη σπουδαία τεχνική στην ερμηνεία, όσο και με τις συνθέσεις του». Λίγο αργότερα, ο Σοπέν είδε τον Παγκανίνι σ' ένα ρεσιτάλ στη Βαρσοβία και θαμπώθηκε από την απίστευτη δεξιοτεχνία του. Προς τιμήν του συνέθεσε τις «Παραλλαγές σε λα μείζονα σε ανάμνηση του Παγκανίνι». Έπειτα από λίγες μέρες επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη Βιέννη, μουσικό κέντρο της εποχής, για να δώσει δύο κοντσέρτα. Ήταν όνειρο ζωής να επισκεφθεί την πρωτεύουσα των Αψβούργων, που έγινε με την οικονομική στήριξη των γονέων του, αφού η αίτησή του για υποτροφία απορρίφθηκε. Ο Σοπέν ενθουσίασε το δύσκολο κοινό της Βιέννης με το παίξιμό του, αλλά και με τα έργα του «Παραλλαγές στο La ci darem του Μότσαρτ» και το «Ρόντο αλά Κρακόβιακ». Ήταν 11 Αυγούστου 1829 και επτά μέρες αργότερα ο Σοπέν έδωσε τη δεύτερη συναυλία του στη Βιέννη, με εξίσου μεγάλη επιτυχία.

Επέστρεψε ευτυχισμένος στη Βαρσοβία, αλλά αποφασισμένος να ξαναγυρίσει στη Βιέννη το συντομότερο δυνατό. Τον Σεπτέμβριο του 1829 γνώρισε τον πρώτο αληθινό έρωτα της ζωής του στο πρόσωπο της Κωνσταντίας Γκλαντόφσκα, μιας νεαρής μαθήτριας του Ωδείου της Βαρσοβίας. Η ανθρώπινη φωνή αποτέλεσε αυτή την περίοδο την κύρια πηγή έμπνευσης, που καρποφόρησε στην εξαίρετη μελωδία των «Νυχτερινών» (Nocturnes) και τα λυρικά τμήματα των δύο κοντσέρτων για πιάνο. Στις 19 Δεκεμβρίου 1829 έκανε την πρώτου εμφάνισή του μπροστά στο κοινό της Βαρσοβίας, ερμηνεύοντας με άλλους καλλιτέχνες διάφορα έργα από το λυρικό ρεπερτόριο. Στις 17 Μαρτίου 1830 παρουσίασε για πρώτη φορά δημόσια στη Βαρσοβία δικά του έργα με το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2 σε φα ελάσσονα» (το αργό μέρος του οποίου ομολόγησε ότι το είχε γράψει σε ανάμνηση της Κωνσταντίας, που δεν είχε ανταποκριθεί στον ερωτά του) και τη «Φαντασία σε πολωνικές μελωδίες». Στις 11 Οκτωβρίου έπαιξε για πρώτη φορά ενώπιον κοινού το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1», που ακολουθεί χρονονολογικά το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2», παρά την αρίθμησή του.

Στις 2 Νοεμβρίου του 1830 ξεκίνησε από τη Βαρσοβία για το δεύτερο ταξίδι του στη Βιέννη. Έφτασε στην πρωτεύουσα των Αψβούργων στις 23 Νοεμβρίου και αναμένοντας να τον καλέσει κάποιος να παίξει πιάνο, πληροφορήθηκε για την εξέγερση των Πολωνών κατά των Ρώσων και θέλησε να επιστρέψει στη Βαρσοβία για να πολεμήσει. Οι γονείς του τον απέτρεψαν και τότε αποφάσισε να μεταβεί στο Παρίσι. Μέχρις ότου εκδοθεί το διαβατήριό του, μελοποιούσε πατριωτικά ποιήματα και συνέθετε θυελλώδη σόλο για πιάνο, όπως την «Πολωνέζα σε σολ ύφεση μείζονα», το «Σκέρτσο σε σι ελάσσονα, έργο 20» και τη «Σπουδή αρ. 12, έργο 10», γνωστή και ως «Επαναστατική». Όταν τελικά κατάφερε να φθάσει στη Γερμανία και έμαθε ότι η Βαρσοβία είχε πέσει στα χέρια των Ρώσων, η απελπισία του τον έφερε στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Παρίσι
Ο Σοπέν έφθασε στο Παρίσι στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, ύστερα από ένα δεκαπενθήμερο κοπιαστικό ταξίδι από τη Στουτγκάρδη. Η ηρεμία και η τάξη δεν είχαν ακόμη αποκατασταθεί στην πρωτεύουσα της Γαλλίας από την επανάσταση του 1830, που σήμανε την αλλαγή φρουράς στο γαλλικό θρόνο. Ο νέος βασιλιάς Λουδοβίκος - Φίλιππος, παρά τις φιλελεύθερες ιδέες του, δεν είχε κατορθώσει να ελέγξει τη δράση μιας μεγάλης μερίδας του γαλλικού λαού, που πίστευε στην εγκαθίδρυση της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Καθημερινό φαινόμενο ήταν οι διαμαρτυρίες και οι πορείες συμπάθειας για του κατατρεγμένους λαούς της Ευρώπης, ενώ πλήθος εμιγκρέδων έφθαναν καθημερινά στη Γαλλία. Το Παρίσι ήταν η πολιτιστική πρωτεύουσα του κόσμου, σε μια εποχή που οι καλλιτέχνες του Ρομαντισμού άνοιγαν νέους δρόμους στην αισθητική έκφραση. Τομή στα μουσικά πράγματα ήταν η πρεμιέρα της περίφημης «Φανταστικής Συμφωνίας» του Εκτόρ Μπερλιόζ στις 5 Δεκεμβρίου 1830, ενός αντισυμβατικού έργου, που ο δημιουργός του αδιαφόρησε για τη φόρμα και τους κανόνες, προς χάρη της έκφρασης των συναισθημάτων του.

Ο νεοφερμένος Φρειδερίκος Σοπέν εγκαταστάθηκε σ' ένα μικρό διαμέρισμα και με τις συστάσεις ενός βιεννέζου φίλου του γνωρίστηκε με καθιερωμένες μουσικές προσωπικότητες της γαλλικής πρωτεύουσας. Γρήγορα, όμως, βρήκε το περιβάλλον που του ταίριαζε στον κύκλο των πολωνών εμιγκρέδων και των νεώτερων συνθετών, στους οποίους ανήκαν οι Λιστ, Μπερλιόζ, Αλκάν, Μέντελσον, Μπελίνι, ο τσελίστας Ογκίστ Φρανσόν, ο ποιητής Χάινριχ Χάινε, ο ζωγράφος Ευγένιος Ντελακρουά και ο εξόριστος συμπατριώτης του πρίγκηπας Άνταμ Τσαρτορίσκι.. Η γαλλική πρωτεύουσα με το ένα εκατομμύριο κατοίκους εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή τον Σοπέν. «...Το Παρίσι διαθέτει ότι κανείς μπορεί να επιθυμήσει... Στο Παρίσι μπορείς να διασκεδάσεις, να πλήξεις, να γελάσεις, να κλάψεις, με λίγα λόγια να κάνεις ότι θελήσεις... Κανείς δεν σε προσέχει» γράφει σε επιστολή προς τον φίλο του Τίτο Βοϊσιεκόφκσι, με ημερομηνία 13 Δεκεμβρίου 1831.

Στις 26 Φεβρουαρίου του 1832 έδωσε την πρώτη συναυλία του στο σαλόνι του κατασκευαστή πιάνων Καμίγ Πλεγιέλ και ακολούθησε ένα κοντσέρτο στη μεγάλη αίθουσα του Ωδείου τον Μάιο, ενθουσιάζοντας κοινό και κριτικούς. Μόλις πριν από λίγο καιρό ο Ρόμπερτ Σούμαν είχε γράψει για τον Σοπέν: «Κύριοι , υποκλιθείτε σε μια ιδιοφυία!». Η γνωριμία του με την οικογένεια των Ρότσιλντ του άνοιξε νέους ορίζοντες και τον εισήγαγε στους κύκλους της γαλλικής αριστοκρατίας, όπου απέκτησε τη φήμη λαμπρού πιανίστα, συνθέτη και δασκάλου. Τα καινούργια έργα του αυτή την εποχή περιλάμβαναν την «Μπαλάντα σε σολ ελάσσονα» και τη «Φαντασία - Αυτοσχεδίασμα» («Fantaisie-Impromptu»), τη «Μεγάλη Πολωνέζα με το Αντάντε Σπιανάτο», καθώς και μικρότερες συνθέσεις, ανάμεσα στις οποίες πολλές μαζούρκες και πολωνέζες, εμπνευσμένες από έντονα εθνικιστικά αισθήματα.

Στις 16 Αυγούστου 1835 ο Σοπέν επισκέφθηκε τη λουτρόπολη του Κάρλσμπαντ, όπου συναντήθηκε με τους γονείς του για πρώτη φορά μετά την εγκατάστασή του στο Παρίσι. Στις 14 Σεπτεμβρίου ο Νικολά και η Γιουστίνα Σοπέν έσφιξαν στην αγκαλιά τους για τελευταία φορά τον διάσημο γιο τους. Δεν θα τον ξανάβλεπαν ποτέ. Στο δρόμο της επιστροφής στο Παρίσι τον Σεπτέμβριο σταμάτησε στη Δρέσδη για να συναντήσει τους παλιούς φίλους του, την οικογένεια Βοτσίνσκι. Το ενδιαφέρον του τράβηξε η κόρη τους Μαρία, μία γοητευτική και καλλιεργημένη κοπέλα 16 ετών, την οποία ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Τον επόμενο χρόνο τη ζήτησε σε γάμο, όταν παραθέριζε με την οικογένειά της στο Μαρίενμπαντ. Η Μαρία δέχθηκε, αλλά αντέδρασε η μητέρα της, κοντέσα Βοτζίνσκα, η οποία ανησυχούσε για τις φήμες σχετικά με την κατάσταση της υγείας του Σοπέν. Τα αισθήματα του Σοπέν για τη Μαρία Βοτζίνσκα αποτυπώνονται στα έργα του «Βαλς σε λα ύφεση μείζονα: Το βαλς του αποχαιρετισμού, έργο 69 αρ. 1» και «Σπουδή σε φα ελάσσονα, έργο 25/2».

Μετά το ναυάγιο του γάμου του με τη Μαρία Βοτζίνσκα, αναθερμάνθηκε το ενδιαφέρον του για την κατά τρία χρόνια μεγαλύτερή του κοντέσα Δελφίνη Ποτότσκα, προσφάτως διαζευγμένη, η οποία σχετιζόταν με το φίλο του ποιητή κόμη Ζίγκμουντ Κρασίνσκι. Η Δελφίνη έγινε για λίγο καιρό η μούσα του και γι' αυτή έγραψε το περίφημο «Βαλς σε ρε ύφεση μείζονα», γνωστό και ως «Βαλς του Λεπτού». Όμως, ο μεγάλος έρωτας της ζωής του ήταν η κατά έξι χρόνια μεγαλύτερή του Γεωργία Σάνδη (ψευδώνυμο της βαρώνης Ορόρ Ντιντεβάν), που ήταν συγγραφέας και ζούσε μια προκλητικά ελευθεριάζουσα ζωή για τα μέτρα της εποχής (κάπνιζε δημόσια, φορούσε αντρικά ρούχα και είχε πλήθος διάσημων εραστών).

Η αρχική τους γνωριμία έγινε στο σπίτι του στις 5 Νοεμβρίου 1835, σε γεύμα που παρέθεσε στον φίλο του συνθέτη Φραντς Λιστ και την ερωμένη του κοντέσα Μαρί ντ' Αγκού, η οποία έφερε μαζί της τη φίλη της Γεωργία Σάνδη. Ο ίδιος τη χαρακτήρισε «αντιπαθητική», αλλά σταδιακά υπέκυψε στα θέλγητρά της. Στην αρχή δίσταζε να ανοιχτεί μαζί της, φοβούμενος τα σχόλια, αλλά το φθινόπωρο του 1838 η σχέση τους επισημοποιήθηκε, όταν κάμφθηκε οι όποιοι δισταγμοί του.

Με πρόφαση την κακή υγεία του έφυγε με τη Σάνδη, τα παιδιά της Μορίς (15 ετών) και Σολάνζ (10 ετών) και την υπηρέτριάς της για να περάσουν τον χειμώνα στη Μαγιόρκα. Τα δύο προηγούμενα χρόνια ο Σοπέν ταλαιπωρούταν από έντονο βήχα και αιμοπτύσεις (συμπτώματα φυματίωσης), αλλά οι γιατροί τον καθησύχαζαν, λέγοντάς του ότι επρόκειτο για γρίπη. Η Σάνδη νοίκιασε ένα σπίτι στα περίχωρα της Πάλμα και έζησαν ειδυλλιακά, ώσπου ο Σοπέν αρρώστησε. Όταν ο ιδιοκτήτης άκουσε φήμες για φυματίωση του Σοπέν τους ζήτησε να το εγκαταλείψουν. Έπαιξε ρόλο και το κουτσομπολιό των περιοίκων, όταν έμαθαν ότι το ζευγάρι δεν ήταν παντρεμένο.

Έτσι, αναγκάστηκαν να βρουν καταφύγιο σ' ένα μοναστήρι στο απομακρυσμένο χωριό Βαλντεμόζα (15 Δεκεμβρίου 1838). Το κρύο, η υγρασία και η κακή διατροφή υπονόμευσαν ακόμη περισσότερο την εύθραυστη υγεία του Σοπέν. Η Σάνδη πήρε την απόφαση να εγκαταλείψουν αμέσως τη Μαγιόρκα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο νησί ο Σοπέν σε μια από τις πιο παραγωγικές του περιόδους συνέθεσε κάποιες Πολωνέζες από το έργο 28, δύο Πολωνέζες από το έργο 40, το «Σκέρτσο αρ. 3, έργο 39», τη «Μαζούρκα σε Μι ελάσσονα, έργο 41», ενώ αναθεώρησε δύο παλιότερα έργα του, τη «Μπαλάντα αρ. 2, έργο 38» και τη «Σονάτα αρ. 2, έργο 35».

Στις 18 Φεβρουαρίου 1839 αποβιβάστηκαν στο πλοίο «Ελ Μαγιορκέν» με προορισμό τη Βαρκελώνη. Οι κακές συνθήκες που επικρατούσαν στο πλοίο προκάλεσαν έντονο βήχα και νέα αιμόπτυση στον Σοπέν, που μετά δυσκολίας κατόρθωσε να σταματήσει ο γιατρός του πλοίου. Τους συνέστησε να παραμείνουν για λίγες μέρες ακόμη στη Βαρκελώνη μέχρις ότου γίνει καλά. Στις 22 Φεβρουαρίου ο Σοπέν, η Σάνδη, τα δύο παιδιά της και η υπηρέτρια πάτησαν επί γαλλικού εδάφους και συγκεκριμένα στη Μασσαλία. Εκεί έμειναν έως τον Μάιο, όπου χάρη στη φροντίδα ενός έμπειρου γιατρού ο Σοπέν συνήλθε και άρχισαν να σχεδιάζουν την επιστροφή τους στο Παρίσι.

Στις 26 Απριλίου 1841, ο Σοπέν επανήλθε στις συναυλίες με ένα ρεσιτάλ στο σπίτι του Πλεγιέλ, ενώ προσκλήθηκε να παίξει στα ανάκτορα του Κεραμεικού για τον βασιλιά Λουδοβίκο - Φίλιππο. Παρά τα οικονομικά οφέλη, η ψυχολογική πίεση που του ασκούσαν αυτά τα κοντσέρτα ήταν μεγάλη κι έτσι αποφάσισε να γυρίσει στα μαθήματα για να εξασφαλίσει μια μόνιμη πηγή εσόδων. Έτσι, στα 18 χρόνια παραμονής στο Παρίσι, έδωσε μόνο 19 ρεσιτάλ. Αυτά τα έσοδα και οι αυξανόμενες παραγγελίες για νέα έργα μπορούσαν να του εξασφαλίσουν μια άνετη ζωή.

Το ζήτημα της υγείας του επανερχόταν κάθε τόσο. Το Μάρτιο του 1840 ο βήχας άρχισε να τον τυραννάει και πάλι. Ένιωθε αδύναμος και άκεφος και η Σάνδη κάλεσε τον προσωπικό της γιατρό, ο οποίος μαζί με τον γιατρό που τον παρακολουθούσε καθόρισαν τη νέα θεραπευτική αγωγή, καθώς δεν πίστευαν ότι πάσχει από φυματίωση. Κάθε καλοκαίρι η Γεωργία Σάνδη τον έπαιρνε στο εξοχική της στη Νοάν για να αναπνεύσει καθαρό αέρα και να αναπαυθεί. Συχνά καλούσαν στενούς φίλους τους, όπως τη μετζοσοπράνο Πολίν Βιαρντό και τον ζωγράφο Ευγένιο Ντελακρουά. Στη Νοάν ο Σοπέν έγραψε πολλά από τα πιο ευρηματικά έργα του, όπως τη «Φαντασία σε φα ελάσσονα» (1840-1841), «Βαρκαρόλα» (1845-1846), «Μπαλάντα σε λα ύφεση μείζονα» (1840-1841), την «Μπαλάντα σε φα ελάσσονα» (1842) και τη «Σονάτα σε σι ελάσσονα» (1844). Παρά την άμεμπτη στάση του απέναντι στα παιδιά της Σάνδη, η σχέση του με τον γιο της Μορίς ήταν προβληματική, ενώ αντίθετα πολύ καλή με την κόρη της Σολάνζ, η οποία βρισκόταν σε διαρκή αντιπαράθεση με τη μητέρα της.

Στις αρχές του 1844 ήρθε στο Παρίσι η Τζέιν Στέρλινγκ, κόρη τραπεζίτη από τη Σκωτία, για να πάρει μαθήματα πιάνου από τον Σοπέν. Η Στέρλινγκ λάτρευε τη μουσική του, αλλά και τον ίδιο τον συνθέτη. Ο έρωτάς της δεν βρήκε ανταπόκριση, γιατί ο Σοπέν αγαπούσε τη Σάνδη. Την έκανε, πάντως, να μισεί θανάσιμα τη Σάνδη, της οποίας δεν εκτιμούσε ούτε τη συμπεριφορά, ούτε το έργο. Δεν δίσταζε να λέει ότι ο δεσμός αυτός έκανε κακό στον Σοπέν. Στις 25 Μαΐου 1844, ο Σοπέν πληροφορήθηκε τον θάνατο του πατέρα του Νικολά, ο οποίος είχε σβήσει στις 3 Μαΐου σε ηλικία 73 ετών. Το φοβερό αυτό νέο συγκλόνισε τον συνθέτη. Κλείστηκε στο δωμάτιό του και δεν ήθελε να δει κανέναν, ακόμη και τη Σάνδη. Πάντως, την περίοδο εκείνη έγραψε δύο σπουδαία έργα, το «Νανούρισμα» και τη «Σονάτα σε σι ελάσσονα», τα οποία εκδόθηκαν το 1845.

Με την πάροδο του χρόνου, η σχέση του Σοπέν με τη Σάνδη άρχισε να θαμπώνει. Οι συγκρούσεις τους ήταν καθημερινό φαινόμενο και ο Σοπέν έγινε μελαγχολικός και ιδιότροπος. Η οριστική ρήξη επήλθε το καλοκαίρι του 1847. Ο λόγος του χωρισμού, όπως προκύπτει από επιστολή της Σάνδη προς τον Σοπέν, η οποία ανακαλύφθηκε το 1950, είναι ότι ο συνθέτης υποστήριξε την κόρη της Γεωργίας Σάνδη, Σολάνζ, σε έντονη διαμάχη που είχε με τη μητέρα της, επειδή είχε αρραβωνιαστεί κρυφά τον γλύπτη Ογκίστ Κλεσινζέ. Στην επιστολή της με ημερομηνία 28 Ιουλίου 1847 αναφέρει: «...Αντίο φίλε μου. Μακάρι να γιατρευτείτε απ' όλα τα δεινά σας. Θα ευχαριστώ πάντα το Θεό γι' αυτή την ανεπάντεχη κατάληξη της εννιάχρονης αποκλειστικής φιλίας. Να μαθαίνω νέα σας πότε - πότε. Θα ήταν άσκοπο να γυρίσουμε στα παλιά...»

Μόνος κι έρημος ο Σοπέν και με επιβαρυμένη την υγεία του αποδέχθηκε τον Φεβρουάριο του 1848 την πρόσκληση από την Τζένι Στέρλινγκ να επισκεφθεί την Αγγλία και τη Σκωτία. Τον Απρίλιο, κι ενώ το Παρίσι βρισκόταν σε επαναστατικό αναβρασμό, πέρασε στην αντίπερα όχθη της Μάγχης. Έως τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς πραγματοποίησε ένα εξοντωτικό κύκλο μαθημάτων, εμφανίσεων και δεξιώσεων στο Λονδίνο. Εκεί συναντούσε τον Κάρολο Ντίκενς, τον Τόμας Καρλάιλ και την Τζένι Λιντ, που δεν έχανε καμία εμφάνισή της στην όπερα. Τα οικονομικά του βελτιώθηκαν σημαντικά, αλλά το πρόβλημα με την υγεία του επιδεινώθηκε, εξαιτίας και της μολυσμένης ατμόσφαιρας του Λονδίνου. Έτσι, αποφάσισε να ξεκουραστεί, φιλοξενούμενος σε σπίτια αριστοκρατών φίλων της Στέρλινγκ στη Σκωτία. Τότε κυκλοφόρησαν διάφορες φήμες που ήθελαν τον Σοπέν με τη Στέρλινγκ να έχουν αρραβωνιαστεί, αλλά αποδείχθηκαν ανυπόστατες.

Θάνατος
Ο Σοπέν, με επιβαρυμένη υγεία και έχοντας παραμελήσει το συνθετικό έργο του, αποφάσισε να επιστρέψει στο Παρίσι, έπειτα από μία σύντομη παραμονή στο Λονδίνο, όπου έπαιξε σ' ένα φιλανθρωπικό κοντσέρτο για τους Πολωνούς πρόσφυγες στις 16 Νοεμβρίου 1848. Έφτασε στο Παρίσι στις 24 Νοεμβρίου 1848 και ως την επομένη άνοιξη η κατάσταση της υγείας του διαρκώς χειροτέρευε. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του με την προτροπή των γιατρών του εγκαταστάθηκε σ' ένα ευρύχωρο διαμέρισμα στο κέντρο του Παρισιού, περιστοιχιζόμενος από πιστούς φίλους του και την αδελφή του Λουντβίκα, που είχε έρθει από την Πολωνία για να του συμπαρασταθεί.

Αντιλαμβανόμενος το τέλος, ο Σοπέν ζήτησε να καταστραφούν τα χειρόγραφα των ανολοκλήρωτων έργων του και να ακουστεί το «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ στην κηδεία του, ενώ απαίτησε από την αδελφή του να μεταφερθεί η καρδιά του στη Βαρσοβία. Στις 12 Οκτωβρίου 1849 εξομολογήθηκε και μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων από τον φίλο του ιερέα Αλεξάντερ Γιελοβίτσκι και του πρόσφερε ένα μεγάλο ποσό, λέγοντάς του ότι χωρίς την παρουσία του «θα πέθαινε σαν γουρούνι». Στο σαλόνι του σπιτιού του συνωστίζονταν πρίγκιπες, κόμισες, μαρκησίες και απλοί πολίτες, που προσεύχονταν για τη σωτηρία του, όπως αναφέρουν οι βιογράφοι του. Η Σολάνζ ήλθε να σταθεί δίπλα στον αληθινό φίλο της στις τελευταίες στιγμές του, αλλά όχι και η μητέρα της Γεωργία Σάνδη. Στις 15 Δεκεμβρίου έφθασε και η Δελφίνη Ποτότσκα, από την οποία ο Σοπέν ζήτησε να του τραγουδήσει. Στις 2 το πρωί της 17ης Οκτωβρίου 1849 άφησε την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά της Σολάνζ και πέρασε στην αιωνιότητα, σε ηλικία 39 ετών.

Η είδηση του θανάτου του διαδόθηκε την ίδια μέρα σε όλο το Παρίσι, σκορπίζοντας ρίγη συγκίνησης στο φιλόμουσο κοινό της γαλλικής πρωτεύουσας και βαθιά θλίψη στους φίλους του. Ο χαμός του μεγάλου Πολωνού πατριώτη συγκλόνισε τους συμπατριώτες του, που είχαν ξεσηκωθεί για την ανεξαρτησία τους, αφού έχαναν ένα τίμιο, ειλικρινή και ακούραστο μαχητή των πολωνικών δικαίων. Ο παρισινός τύπος έκανε εκτενείς αναφορές στη ζωή και το έργο του Σοπέν και οι διάφοροι αρθρογράφοι υπογράμμιζαν τη συμβολή του στη μουσική και στη δημιουργία της νέας σχολής πιάνου.

Η κηδεία του έγινε στις 30 Οκτωβρίου στο ναό της Μαρίας της Μαγδαληνής των Παρισίων, παρουσία 3.000 ανθρώπων, με χτυπητή την απουσία της Γεωργίας Σάνδη. Στην κηδεία του ακούστηκε το «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ, σύμφωνα με τη θέλησή του, και τα δικά του «Πρελούδια αρ. 4 και 6». Η ταφή του έγινε στο ονομαστό κοιμητήριο της γαλλικής πρωτεύουσας Περ Λασέζ, όπου πάνω από τον τάφο του ακούστηκε το «Επικήδειο Εμβατήριο από τη Σονάτα αρ. 2». Ένα χρόνο αργότερα έγιναν τα αποκαλυπτήρια ενός μνημείου με τη μορφή μιας μούσας που θρηνεί κρατώντας μια σπασμένη λύρα, ενώ πολωνικό χώμα σκορπίστηκε πάνω στον τάφο του. Ήταν δημιουργία του Ογκίστ Κλεσινζέ, συζύγου της Σολάνζ. Η καρδιά του, σύμφωνα με την επιθυμία του, μεταφέρθηκε στη Βαρσοβία, όπου φυλάσσεται στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού.

Οι Πολωνοί τίμησαν και τιμούν πολλαπλώς τον μεγάλο συμπατριώτη τους. Το όνομά του φέρουν: Το διεθνές αεροδρόμιο της Βαρσοβίας, ο κορυφαίος διαγωνισμός πιάνου που διεξάγεται κάθε πέντε χρόνια στη Βαρσοβία από το 1927 και η Μουσική Ακαδημία της Βαρσοβίας, το μεγαλύτερο ωδείο της Πολωνίας. «Σοπέν» ονομάζεται ο αστεροειδής 3784. Η πολωνική κυβέρνηση διέθεσε γύρω στα 25.000.000 ευρώ για την ανέγερση του Μουσείου Σοπέν στη Βαρσοβία, τα εγκαίνια του οποίου έγιναν την 1η Μαρτίου 2010. Το 2008 ξεσηκώθηκε θόρυβος αν ο Σοπέν πέθανε από φυματίωση ή κυστική ίνωση, μια κληρονομική ασθένεια, που δεν είχε ανιχνευθεί την εποχή του Σοπέν. Η Πολωνική Κυβέρνηση αρνήθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή της για να υποβληθεί η καρδιά του Σοπέν σε τεστ DNA.

Έργο
Ο Σοπέν συνέθεσε γύρω στα 230 έργα:
3 Σονάτες για πιάνο
5 Ρόντο
4 Σκέρτσα
4 Μπαλάντες
17 Πολωνέζες
58 Μαζούρκες
20 Βαλς
3 Εκοσέζ (Σκωτικοί Χοροί)
26 Πρελούδια
4 Παραλλαγές
4 Εμπρομπτί (Αυτοσχεδιάσματα)
21 Νυχτερινά
27 Σπουδές
2 Κοντσέρτα για πιάνο και ορχήστρα

Τα πιο δημοφιλή έργα του είναι:
«Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1»
«Μεγάλο Αστραφτερό Βαλς σε μι ύφεση μείζονα, έργο 18»
«Βαλς σε ρε ύφεση έργο 64 αριθμός 1», γνωστό και ως «Βαλς του Λεπτού»
«Σονάτα για πιάνο αριθμός 2 σε σι ύφεση ελάσσονα, έργο 35», με το Επικήδειο Εμβατήριο του τρίτου μέρους
«Σπουδή αρ. 12, έργο 10», γνωστή και ως «Επαναστατική»
«Σκέρτσο αρ. 2 σε σι ύφεση ελάσσονα, έργο 31»
«Πολωνέζα σε λα ύφεση μείζονα, έργο 53», γνωστή και ως «Ηρωϊκή»
«Πολωνέζα σε λα μείζονα, έργο 40 αριθμός 1», γνωστή και ως «Στρατιωτική»
«Φαντασία - Αυτοσχεδίασμα σε ντο δίεση ελάσσονα, έργο 66»
«Πρελούδιο αρ. 4 σε μι ελάσσονα»
«Μαζούρκα σε σι ύφεση μείζονα, έργο 7 αρ. 1»
«Παραλλαγές στο ντουέτο "Το χεράκι σου, αγάπη" από την όπερα του Μότσαρτ "Ντον Τζιοβάνι"»

Ο Σοπέν είχε απογοητεύσει τον δάσκαλό του Έλσνερ με το να μη συνθέτει όπερες με πολωνικό περιεχόμενο, όπως και τον εξόριστο πολωνό πατριώτη και ποιητή Άνταμ Μικίεβτς με τον χρόνο που κατανάλωνε σε ανούσιες συναναστροφές με την παρισινή αριστοκρατία. Διάφοροι κριτικοί της εποχής του, που ανήκαν στο κατεστημένο και αξιολογούσαν την καλλιτεχνική αξία με μοναδικό κριτήριο τα μεγάλης κλίμακα ακαδημαϊκά επιτεύγματα, απέρριπταν το έργο του, αν και πολλοί άλλοι αναγνώρισαν αμέσως την αληθινή αξία του έργου του, τη συνθετική του πρωτοτυπία και την εξαιρετική του δεξιοτεχνία.

Η σύγχρονη κριτική τοποθετεί τον Σοπέν ανάμεσα στους μεγάλους της μουσικής, αναγνωρίζοντας τόσο την ικανότητα να διεισδύει τόσο στις μυστικές γωνιές της ανθρώπινης ψυχής, όσο και την ικανότητά του να αντλεί νέες ηχητικότητες από το πιάνο. Διέθετε το σπάνιο χάρισμα να συνθέτει μελωδίες με πολύ προσωπικό χαρακτήρα, που εξέφραζαν ψυχικά συναισθήματα, χωρίς ωστόσο να καταφεύγει σε συναισθηματισμό. Ρομαντική η μουσική του στην ουσία της, αλλά με μια κλασσική καθαρότητα.

Στα έργα του για πιάνο εναλλάσσονται το φλογερό πάθος με τη μελαγχολική και τη στοχαστική διάθεση, η τρυφερή και ποιητική μελωδική αίσθηση με τη λαμπερή δεξιοτεχνία. Στα «Νυχτερινά», που μοιάζουν με τραγούδια δίχως λόγια, υπάρχει μια διάθεση μελαγχολίας και εκμυστήρευσης. Στις «Σπουδές» αναδεικνύονται οι εκφραστικές δυνατότητες του οργάνου. Οι «Μπαλάντες» βασίζονται σε ονειρικές και ποιητικές ιδέες. Στις «Πολωνέζες» και «Μαζούρκες», που βασίζονται σε λαϊκούς ρυθμούς της Πολωνίας, εκφράζεται ένα φλογερό πατριωτικό πάθος.

O Σοπέν διαφωνούσε με τη μουσική του Μπερλιόζ, που τη θεωρούσε πολύ εξωστρεφή. Ήταν φίλος με τον Σούμαν και τον Μέντελσον, αλλά δεν τον ενδιέφερε η μουσική τους. Θαύμαζε τον Μότσαρτ και τον Μπετόβεν, αλλά πιο πολύ τον Μπαχ. Στα νεανικά του έργα είχε επηρεαστεί από τον ιρλανδό συνθέτη Τζον Φιλντ (1782-1837), έναν από τους πρωτοπόρους της ρομαντικής μουσικής. Οι συνθέσεις του για πιάνο και κυρίως τα «Νυχτερινά» του εμφανίζουν αρκετές ομοιότητες με ορισμένα κομμάτια που έγραψε ο Σοπέν. Με τη σειρά του, ο Σοπέν επηρέασε με την τεχνική και το συνθετικό του έργο μεταγενέστερους συνθέτες, όπως ο Σκριάμπιν και ο Ραχμάνινοφ.

Στα ελληνικά κυκλοφορεί η μοναδική εμπεριστατωμένη βιογραφία του συνθέτη «Φρειδερίκος Σοπέν: Η Ζωή, Το Έργο, Η Εποχή του» από τον συγγραφέα Γεώργιο Δρόσο (εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, 1999).

Πηγή: sansimera.gr
read more “Φρεντερίκ Σοπέν 1810 – 1849”

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

40 χρόνια με τους Beatles... χωρίς τους Beatles!!!

Oπως πολύ επιτυχημένα έχει ειπωθεί στο ΒΒC, «οι Μπιτλς μπορεί να άλλαξαν το πρόσωπο της κοινωνίας όπως τουλάχιστον το ξέραμε ως τότε- κάποιοι λένε ότι άλλαξαν τον κόσμο - αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο: ήξεραν πώς να γράψουν ένα καλό τραγούδι». Η πορεία τους κράτησε μόλις μία δεκαετία, με τα τρία τελευταία χρόνια τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος να μιλούν... με το ζόρι μεταξύ τους: οι σχέσεις του Μακ Κάρτνεϊ με τη Λίντα και του Λένον με τη Γιόκο Ονο ώθησαν την κατάσταση ακόμη περισσότερο στα άκρα, η ασυμφωνία του τρομερού διδύμου ΛένονΜακ Κάρτνεϊ είχε πάρει πλέον τη μορφή μονομαχίας και, το κυριότερο, και οι τέσσερις ατένιζαν το μέλλον... κατ΄ ιδίαν, ηχογραφώντας πλέον το προσωπικό τους υλικό.

Η αρχή του τέλους ήρθε στις 10 Απριλίου του 1970.
Ηταν σαν σήμερα που ο Μακ Κάρτνεϊ ανακοίνωσε στον διεθνή Τύπο τη διάλυση των Μπιτλς. Στην ερώτηση «είναι αυτό το άλμπουμ (σ.σ.: το πρώτο προσωπικό του) ένα διάλειμμα από τους Μπιτλς ή το ξεκίνημα σόλο καριέρας;» απάντησε: «Ο χρόνος θα δείξει. Ενα σόλο άλμπουμ σημαίνει την αρχή μιας σόλο καριέρας». Οταν μάλιστα ρωτήθηκε αν η διάλυση των Μπιτλς ήταν προσωρινή ή μόνιμη, εξαιτίας προσωπικών ή μουσικών διαφορών, ο Μακ Κάρτνεϊ είπε: «Προσωπικές διαφορές, επιχειρηματικές διαφορές, μουσικές διαφορές... αλλά πάνω απ΄ όλα επειδή θέλω να έχω πιο ποιοτικό χρόνο με την οικογένειά μου. Προσωρινά ή μόνιμα; Πραγματικά δεν ξέρω».



[Τα εξώφυλλα των άλμπουμ «Sgt. Ρepper΄s Lonely Ηearts Club Βand» (1967- αριστερά) και «Αbbey Road» (1969) ]


Σ τις 17 Απριλίου της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησε το άλμπουμ με τον καθαρό και ξάστερο τίτλο «ΜcCartney», ενώ τρεις ημέρες νωρίτερα ο Τζον Λένον είχε δηλώσει στο περιοδικό «Rolling Stone» για τον πρώην «κολλητό» του: «Δεν περνάει το δικό του, γι΄ αυτό προτιμά να δημιουργήσει χάος. Τον περασμένο χρόνο κυκλοφόρησα τέσσερα άλμπουμ και δεν είπα μία γαμ... λέξη για διάλυση». Στη συνέχεια ειπώθηκαν ακόμη περισσότερα, απ΄ όλα τα μέλη του γκρουπ. Ο επίλογος γράφτηκε στις 31 Δεκεμβρίου, όταν ο Μακ Κάρτνεϊ υπέβαλε μήνυση για τη διάλυση των Μπιτλς.

Η προσφορά των Μπιτλς στην ιστορία της ποπ μουσικής αλλά και της μουσικής γενικότερα είναι δύσκολο να οριοθετηθεί. Πέρα από την επανάσταση που έφεραν στη μεταπολεμική συντηρητική κοινωνία, υπήρξαν πρωτοπόροι σε όλους του τομείς που αφορούσαν την ηχογράφηση. Ηταν το πρώτο συγκρότημα που χρησιμοποίησε το στούντιο ως εργαλείο, χτίζοντας πολύπλοκες ενορχηστρώσεις σε πολυκάναλες κονσόλες και εισάγοντας στοιχεία αβανγκάρντ- χάρη και στον ιδιοφυή παραγωγό τους Τζορτζ Μάρτιν. Ηταν επίσης το πρώτο συγκρότημα που δεν περιορίστηκε στο είδος μουσικής με το οποίο επιβλήθηκε, αλλά διαπέρασε τα όρια, εξερευνώντας τη φολκ, την ινδική και την κλασική μουσική.

Πρώτοι εκείνοι έκαναν πραγματικότητα την ιδέα του concept άλμπουμ, κυκλοφορώντας το 1967 το «Sgt. Ρepper Lonely Ηearts Βand Club» και επηρεάζοντας δεκάδες μελλοντικούς ποπ-ροκ σταρ, από τον Ντέιβιντ Μπάουι, τον Ελτον Τζον και τους Ρink Floyd ως τους Smashing Ρumpkins. Τη δεκαετία του 1990 ο ήχος τους γνώρισε τη μεγαλύτερη αναβίωση από μια σειρά σημαντικών συγκροτημάτων, κυρίως από το Μάντσεστερ, με πιο δημοφιλείς τους Οasis. Οι Μπιτλς παραμένουν το μοναδικό συγκρότημα στην ιστορία της μουσικής του οποίου οι δίσκοι δεν έχουν πάψει να πωλούνται στην υψηλότερη τιμή, ακριβώς επειδή το ενδιαφέρον του κόσμου γι΄ αυτούς παραμένει αμείωτο. Οσο για τις πρόσφατες επανακυκλοφορίες της δισκογραφίας τους σε δύο πολυτελείς κασετίνες, έγιναν ανάρπαστες.



Πριν και μετά την Βeatle-mania

[Οι Μπιτλς ως καρτούν, στην ταινία «Υellow Submarine» (1968) ]
Οι Μπιτλς ως καρτούν, στην ταινία «Υellow Submarine» (1968)
Ηταν τόση η επίδραση των Μπιτλς στις νεανικές κουλτούρες της εποχής τους ώστε η πολιτισμική ιστορία να έχει ήδη δημιουργήσει τον νέο όρο: ΒΒΕ, δηλαδή Βefore Βeatles Εra (Εποχή πριν από τους Μπιτλς). Ο όρος δεν έχει σχέση μόνο με τη μουσική, αλλά με έναν ολόκληρο τρόπο ζωής που ορίζεται από τον αντικομφορμισμό, το άνοιγμα προς άλλους πολιτισμούς, την κατάλυση των ταμπού, την αμφισβήτηση των κατεστημένων αξιών και συστημάτων κτλ., δηλαδή έναν τρόπο ζωής που «θεσμοποίησαν» οι νεανικές εξεγέρσεις της δεκαετίας του 1960, με κορυφαία την εξέγερση του Μάη του ΄68. Ο βρετανός ιστορικός Τόνι Τζουντ, σε άρθρο του στο τελευταίο τεύχος της αμερικανικής επιθεώρησης «Τhe Νew Υork Review of Βooks », χρησιμοποιεί τον όρο ΒΒΕ για να τοποθετήσει τον εαυτό του σε μια κουλτούρα που δεν είχε ακόμη επηρεαστεί από τις αλλαγές που έφεραν οι Μπιτλς.

Σκαθάρια στο Ιnternet
Αν πληκτρολογήσει κανείς τη λέξη «Βeatles», θα εμφανιστούν εκατομμύρια αποτελέσματα.

www.thebeatles.com. Περιέχει λεπτομέρειες σχετικά με την ιστορία του συγκροτήματος, τη μουσική τους, τις ταινίες τους, τα νέα τους, τα τελευταία projects, φωτογραφίες, βίντεο αλλά και σχετικά links. www.iamthebeatles. com. Αυτοδιαφημίζεται ως το μοναδικό site όπου μπορεί κανείς να βρει τα πάντα σχετικά με τους Μπιτλς. Ενδιαφέροντα στοιχεία περιέχει και ο διαδικτυακός τόπος www. myspace.co.

www.thebeatlesrockband.com. Ο χρήστης μπορεί να δει τους Μπιτλς μέσα από το αμφίδρομο παιχνίδι Rock Βand.

www.beatles.gr. Η ελληνική ιστοσελίδα για τους Μπιτλς, την οποία επιμελείται ο Αθανάσιος Αθανασιάδης, δεν υστερεί σε ποιότητα και πληροφορίες.

Βραβεία και αναγνώριση
Το 1965 η βασίλισσα Ελισάβετ τίμησε τα τέσσερα μέλη των Μπιτλς χρίζοντάς τα Μέλη του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Χάρη στην ταινία «Let Ιt Βe» κέρδισαν το Οσκαρ στην κατηγορία πρωτότυπου τραγουδιού για ταινία. Συνολικά έχουν κερδίσει επτά Γκράμι και 15 βρετανικά αντίστοιχα, τα «Ιvor Νovello».

Ως σήμερα έχουν πουλήσει παγκοσμίως περίπου 1 δισεκατομμύριο δίσκους, περισσότερους από κάθε άλλον καλλιτέχνη ή συγκρότημα, ενώ στις ΗΠΑ μετρούν έξι διαμαντένια άλμπουμ (πωλήσεις άνω των 10 εκατομμυρίων αντιτύπων), 24 πολυπλατινένια, 39 πλατινένια (1 εκατομμύριο πωλήσεις) και 45 χρυσά. Στη Βρετανία έχουν τέσσερα πολυπλατινένια, τέσσερα πλατινένια, οκτώ χρυσά και ένα ασημένιο.

Το 1988 μπήκαν στο Rock and Roll Ηall Οf Fame.
Περιελήφθησαν στη λίστα του περιοδικού «Τime» με τους ανθρώπους που είχαν τη μεγαλύτερη επιρροή τον 20ό αιώνα.






Πηγή:apolitistosteki.blogspot.com
read more “40 χρόνια με τους Beatles... χωρίς τους Beatles!!!”

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Βασίλης Τσιτσάνης 1915 – 1984

Συνθέτης, στιχουργός, δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και τραγουδιστής, ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και της λαϊκής μουσικής.

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Ιανουαρίου του 1915. Οι γονείς του ήταν Ηπειρώτες κι εκτός από τον Βασίλη είχαν άλλα τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Ο πατέρας του, τσαρουχάς στο επάγγελμα, είχε ένα μαντολίνο με το οποίο έπαιζε κλέφτικα τραγούδια. Αυτά ήταν τα πρώτα ακούσματα του μικρού Βασίλη, μαζί με τις βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία. Παρότι τον συνέπαιρνε η μουσική, πρωτόπιασε το όργανο στα χέρια του μετά το θάνατο του πατέρα του το 1926 και το μετέτρεψε σε μπουζούκι.

Στα γυμνασιακά του χρόνια άρχισε να αποκτά κάποιες γνώσεις μουσικής, μαθαίνοντας βιολί. Με αυτό συμμετείχε και σε κάποιες τοπικές εκδηλώσεις, προκειμένου να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένειά του. Αν και δεν είχε εμφανιστεί ακόμα δημοσίως με το μπουζούκι, καθώς ήταν απαγορευμένο και χωρίς καμία κοινωνική καταξίωση, έγραψε τα πρώτα του τραγούδια πάνω σ' αυτό, σε ηλικία μόλις 15 ετών.

Το φθινόπωρο του 1936 κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική και προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημά του έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Μπιζέλια». Τον επόμενο χρόνο γνώρισε τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος τον πήγε στην Odeon, όπου ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι «Σ' έναν τεκέ μπουκάρανε» (1937). Η «Αρχόντισσα», από τα σπουδαιότερα τραγούδια στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, ήταν ένα από τα δεκάδες που ακολούθησαν. Την ίδια περίοδο, τραγούδια του, όπως «Να γιατί γυρνώ» και «Γι' αυτά τα μαύρα μάτια σου», ερμήνευσαν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Στέλιος Κερομύτης, αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης.

Όμως, τα τραγούδια του Τσιτσάνη δεν επιτρέπεται τότε να επεκταθούν πολύ. Η εποχή επιβάλλει εμβατήρια, ενώ η δικτατορία Μεταξά απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου, όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. Ο ίδιος, που έχει ήδη αρχίσει να χαρακτηρίζεται, υπηρετεί στο στρατό, στο Τάγμα Τηλεγραφητών, στη Θεσσαλονίκη. Παίρνει άδειες και ποτέ δεν γυρνά στην ώρα του, γεγονός που εξοργίζει τους διοικητές του, σε μία στρατοκρατούμενη κοινωνία.

Τα χρόνια της κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου ανοίγει ένα δικό του κουτούκι, το «Ουζερί Τσιτσάνη», στην οδό Παύλου Μελά. Παράλληλα, γράφει ορισμένες από τις μεγάλες επιτυχίες του («Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ζητιάνος της αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα», «Συννεφιασμένη Κυριακή»), που θα ηχογραφήσει μετά τον πόλεμο, όταν θα ανοίξουν και πάλι τα εργοστάσια δίσκων.

Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα. Η εποχή του εμφυλίου αποτελεί άλλη μια πηγή έμπνευσης για τον Τσιτσάνη. Τα τραγούδια του, όμως, λογοκρίνονται και πάλι. Ορισμένα καταφέρνει και τα εκδίδει, επινοώντας διάφορα τεχνάσματα, πολλά κυκλοφόρησαν αρκετά χρόνια μετά, ενώ κάποια δεν εκδόθηκαν ποτέ.

Το τέλος του εμφυλίου σημαίνει ταυτόχρονα και την πλήρη αποδοχή του Βασίλη Τσιτσάνη. Τα τραγούδια του αρχίζουν και ακούγονται πλέον πιο ελεύθερα, ενώ ο Τσιτσάνης γίνεται ο πρωτοπόρος του λεγόμενου «αρχοντορεμπέτικου» μουσικού είδους, που αποτελεί τον πρόδρομο του λαϊκού τραγουδιού.

Ως το 1955 φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές που δένονται μαζί του, όπως η Μαρίκα Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Ακόμα, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, η Καίτη Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κ.ά. ερμηνεύουν διαχρονικά τραγούδια του: «Ίσως αύριο» (1958), «Τα λιμάνια» (1962), «Τα ξένα χέρια» (1962), «Μείνε αγάπη μου κοντά μου» (1962), «Κορίτσι μου όλα για σένα» (1967), «Απόψε στις ακρογιαλιές» (1968), «Κάποιο αλάνι» (1968), «Της Γερακίνας γιος» (1975), «Δηλητήριο στη φλέβα» (1979).

Το 1980, με πρωτοβουλία της UNESCO, ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο «Χάραμα», όπως λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας και της ζωής του. Σ' αυτό το δίσκο παίζει μια σειρά από κλασικά του τραγούδια, αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι. Με την έκδοσή του στη Γαλλία, το 1985, παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross. Όμως, στο μεταξύ, ο κορυφαίος δημιουργός έχει φύγει για πάντα...

Ο Βασίλης Τσιτσάνης άφησε την τελευταία του πνοή ανήμερα των 69ων γενεθλίων του, στις 18 Ιανουαρίου του 1984, στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Μέχρι και 24 μέρες πριν εμφανιζόταν κανονικά στο «Χάραμα» και δούλευε καινούργια τραγούδια.

read more “Βασίλης Τσιτσάνης 1915 – 1984”