Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

70 ετών θα γινόταν σήμερα ο John Lennon

Κάθε χρόνο σαν σήμερα η Yoko Ono ανάβει μια τεράστια δέσμη φωτός στην Ισλανδία που φτάνει μέχρι τον ουρανό, την κατοικία του John.

Γεννημένος 9 Οκτωβρίου 1940 στο Liverpool ανάμεσα από βομβαρδισμούς των Γερμανών πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια με πάτερα ναυτικό να μην βρίσκεται στο σπίτι για πολύ καιρό και αργότερα να εγκαταλείπει την οικογένεια.

Όταν ο John Lennon ήταν 17, η μητέρα του χτυπήθηκε από αυτοκίνητο και σκοτώθηκε.

Στα 16 του είχε φτιάξει και την μπάντα Quarrymen, όνομα από το Quarry Bank High School όπου και φοιτούσε. Τότε θα γνωριστεί με τον Paul McCartney και λίγο αργότερα θα ξεκινήσουν τους beatles όπου το 1970 θα ανακοινώσουν την διάλυση τους.

Το τέλος του ήρθε αναπάντεχα το βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου του 1980, όταν ο Μαρκ Τσάπμαν πυροβόλησε και τραυμάτισε θανάσιμα τον Λένον, έξω από την οικία του στην Νέα Υόρκη «Δεν σκεφτόμουν καθαρά. Πήρα μια φρικτή απόφαση να τερματίσω τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου, για λόγους εγωϊσμού. Ένιωθα ότι αν σκότωνα τον John Lennon, θα γινόμουν ‘κάποιος’. Αντι γι’ αυτό έγινα δολοφόνος και οι δολοφόνοι παύουν πλέον να είναι ‘κάποιοι’...», είπε ο Chapman.

Η Yoko Ono, η δευτερη γυναικα του, έχει σχεδιάσει κάποιες συναυλίες αφιερωμένες στο έργο του. Η αρχή θα γίνει μέσα στον Οκτωβρίου από τους Iggy Pop, Lady Gaga. Στις 12 Νοεμβρίου άλλη μια συναυλία, με τους Jackson Browne, Patti Smith, Cindy Lauper, Aimee Mann θα διοργανωθεί στο Beacon Theatre της Νέας Υόρκης με τα έσοδα των εισιτηρίων να πάνε στον φιλανθρωπικό οργανισμό Playing For Change, που προωθεί την διάδοση της ειρήνης μέσα από την μουσική.





Πηγή: Απολίτιστο Στέκι
read more “70 ετών θα γινόταν σήμερα ο John Lennon”

Η ζωή του John Lennon, από τη μέρα που γεννήθηκε, μέχρι και τη δολοφονία του.

O Τζων Λένον (John Winston Ono Lennon, 9 Οκτωβρίου 1940 – 8 Δεκεμβρίου 1980) ήταν Άγγλος μουσικός και ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος των Beatles. Εκτός από την επιτυχημένη μουσική του σταδιοδρομία, διακρίθηκε επίσης ως ακτιβιστής του 20ου αιώνα, υιοθετώντας έντονη δράση σε κοινωνικά ζητήματα, ειδικότερα ως ηγετική μορφή του κινήματος ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Η μουσική του επηρέασε πολλούς δημιουργούς και θεωρείται από τους πιο δημοφιλείς και πολυδιασκευασμένους τραγουδοποιούς. Ως μέλος των Beatles, τα τραγούδια του αποτέλεσαν αφορμή για τη δημιουργία μια παγκόσμιας κίνησης εκδήλωσης θαυμασμού που ονομάστηκε Beatlemania. Μετά τη διάλυση των Beatles ακολούθησε ατομική πορεία στη δισκογραφία. Ανάμεσα στις κορυφαίες δημιουργίες του ανήκει το τραγούδι Imagine καθώς και το Give Peace a chance. Δολοφονήθηκε από έναν οπαδό του στις 8 Δεκεμβρίου 1980.

Νεανικά χρόνια
Ο Λένον γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1940 στο Λίβερπουλ της Μεγάλης Βρετανίας, πιθανά κατά τη διάρκεια μίας γερμανικής αεροπορικής επιδρομής. Η μητέρα του, Τζούλια Στάνλεϋ, ήταν κόρη αξιωματικού, ενώ ο πατέρας του, Άλφρεντ Λένον, εργαζόταν ως σερβιτόρος σε πλοία που πραγματοποιούσαν ταξίδια στον Ατλαντικό, κατά τη διάρκεια των οποίων τραγουδούσε ή συμμετείχε σε μουσικές συναυλίες. Μετά τη γέννηση του γιου του, εκείνος εγκατέλειψε την οικογένεια, ενώ η μητέρα του ανέθεσε τη φροντίδα του Τζων Λένον στην αδελφή της Μαίρη (Μίμι) και τον σύζυγό της, Τζωρτζ Σμιθ, ο οποίος διατηρούσε γαλακτοκομείο. Όταν ο Λένον ήταν δεκατριών ετών, ο Τζωρτζ Σμιθ πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία.

Φοίτησε αρχικά στο δημοτικό σχολείο του Dovedale και στη συνέχεια, μετά από επιτυχία στις εισαγωγικές του εξετάσεις, εισήχθη στο γυμνάσιο Quarry Bank Grammar School, όπου σύντομα η απόδοσή του στα μαθήματα σημείωσε αισθητή πτώση. Ως μαθητής, υπήρξε δημοφιλής για τον ατίθασο χαρακτήρα του, τον οποίο ο ίδιος περιέγραψε λέγοντας: «Ήμουν εκείνος για τον οποίο όλοι οι γονείς έλεγαν στα παιδιά τους: το νου σου, μακριά από αυτόν».. Την ίδια περίοδο, οργάνωσε τη δική του skiffle ορχήστρα, με την ονομασία The Quarrymen, στην οποία αργότερα προσχώρησε και ο Πωλ Μακάρτνεϋ, που γνωρίσστηκε με τον Λένον στη διάρκεια μιας συναυλίας του συγκροτήματος, στις 6 Ιουλίου 1957. Η επίδραση του Μακάρτνεϋ υπήρξε έντονη, οδηγώντας στην υιοθέτηση μιας περισσότερο επαγγελματικής φυσιογνωμίας του συγκροτήματος, από το οποίο σύντομα απομακρύνθηκαν τα μη καταρτισμένα μέλη, ενώ προσχώρησε σε αυτό, ο φίλος του Μακάρτνεϋ, Τζωρτζ Χάρισον. Επιπλέον, το συγκρότημα εγκατέλειψε τη φολκ μουσική, στρεφόμενη προς το είδος του ροκ εν ρολ, με έντονες επιρροές από μουσικούς όπως ο Έλβις Πρίσλεϋ, ο Τσακ Μπέρι ή ο Λιτλ Ρίτσαρντ και σταδιακά μετεξελίχθηκε στο σχήμα των Beatles.

Το 1957, ο Λένον αποφοίτησε από το γυμνάσιο και χάρη στη βοήθεια του διευθυντή τού σχολείου του, έγινε δεκτός στη Σχολή Καλών Τεχνών του Λίβερπουλ (Liverpool College of Art). Παρέμεινε για πέντε χρόνια, ασχολούμενος με εφαρμογές γραφικών τεχνών στη διαφήμιση, ωστόσο δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις σπουδές του. Στις 15 Ιουλίου του 1958, σημειώθηκε ο θάνατος της μητέρας του, η οποία παρασύρθηκε από το αυτοκίνητο ενός μεθυσμένου αστυνομικού, έξω από το σπίτι της αδελφής της, γεγονός που επηρέασε βαθειά τον Λένον. Την ίδια περίοδο, γνώρισε τον συμφοιτητή του και ταλαντούχο μαθητή της σχολής, Στιούαρτ Σάτκλιφ, ο οποίος αποτέλεσε και τον πρώτο μπασίστα του συγκροτήματος των Beatles. Με τους Beatles, ο Λένον εμφανίστηκε στο Αμβούργο το καλοκαίρι του 1960, σε μία από τις πρώτες δημόσιες εμφανίσεις τους. Στις 23 Αυγούστου 1962, παντρεύτηκε για πρώτη φορά, την Σύνθια Πάουελ, συμφοιτήτρια του στη Σχολή Καλών Τεχνών του Λίβερπουλ και έγκυος με το γιο του, Τζούλιαν Λένον, που γεννήθηκε τον επόμενο χρόνο στις 8 Απριλίου.

Πορεία με τους Beatles
Ένα μήνα μετά το γάμο του, ηχογράφησε με τους Beatles τον πρώτο τους δίσκο, Love Me Do, ο οποίος κατέκτησε την 17η θέση στη Μεγάλη Βρετανία, μία σημαντική επιτυχία για ένα άγνωστο μέχρι τότε συγκρότημα της επαρχίας. Ακολούθησε ο επόμενος δίσκος, Please Please Me, ο οποίος κατέλαβε την πρώτη θέση σηματοδοτώντας την ανοδική πορεία του συγκροτήματος. Μαζί με τον Μακάρτνεϋ, ο Λένον υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία των Beatles, που στη διάρκεια της δεκαετίας 1960-1970 κατάφεραν να αναρριχηθούν στην κορυφή της δόξας. Υπήρξε ένας από τους κύριους συνθέτες του συγκροτήματος, τραγουδιστής και κιθαρίστας, συμμετέχοντας συχνά και στο πιάνο. Οι πρώτες συνθέσεις του, διακρίνονταν για την απλοϊκή τους μορφή, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά, με συχνές αναφορές σε ρομαντικές ιστορίες αγάπης. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Λένον άρχισε να ωριμάζει ως συνθέτης, ενώ παράλληλα προσπάθησε αρκετές φορές να απεμπλακεί από την έντονα εμπορευματοποιημένη εικόνα του συγκροτήματος, βιώνοντας περιόδους ενθουσιασμού για συγκεκριμένες ιδέες ή ρεύματα, όπως τον διαλογισμό ή τον μαρξισμό της αριστεράς. Οι συνθέσεις του, κατά τη διετία 1966-67, έκαναν ιδιαίτερα αισθητή την επίδραση των «ψυχεδελικών» πειραματισμών του με το LSD, με χαρακτηριστική στιγμή την ηχογράφηση του δίσκου Sergeant Pepper's Lonely Heart Club Band (1967). Η προσωρινή απομάκρυνσή του από τα ναρκωτικά συνδυάστηκε με τη γνωριμία του με τον Ινδό Μαχαρίσι Μάχες Γιόγκι και τον υπερβατικό διαλογισμό. Ο Λένον παρακολούθησε μαθήματα του Μαχαρίσι στην Ουαλία, ενώ στις αρχές του 1968 τον επισκέφτηκε στην κατοικία του στην Ινδία. Αργότερα, υπήρξε περισσότερο κριτικός απέναντί του, δηλώνοντας όμως πως αποτέλεσε για τον ίδιο ένα είδος πατρικού προτύπου.

Στα τέλη της δεκαετίς του 1960, ο Λένον συνδέθηκε με την Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα Γιόκο Όνο, την ίδια περίπου περίοδο που δρομολογήθηκε το διαζύγιό του με τη Σύνθια Πάουελ. Η αρχική γνωριμία τους χρονολογείται το Νοέμβριο του 1966, όταν ο Λένον επισκέφτηκε μία έκθεση τέχνης της Όνο και έκτοτε ξεκίνησε η καλλιτεχνική τους συνεργασία. Το 1968, ο Λένον εγκαινίασε μία ατομική έκθεση στη Robert Fraze Gallery του Λονδίνου, με τον γενικό τίτλο You are here (Είσαι εδώ), αφιερωμένη στη Γιόκο Όνο ως ένδειξη της αγάπης του για εκείνη. Στα τέλη του 1968, συμμετείχαν επίσης στην ταινία Rock and Roll Circus των Rolling Stones. Η σχέση τους, την οποία ο Λένον χαρακτήρισε ως «μία σχέση δασκάλου και μαθητή»[2], με τον ίδιο στη θέση του μαθητή, πυροδότησε αρκετές αρνητικές κριτικές, εστιάζοντας κυρίως στην προσωπικότητα της Γιόκο Όνο, στην εξωσυζυγική σχέση που διατηρούσε μαζί της ο Λένον για ένα διάστημα, αλλά και την κυκλοφορία του δίσκου Unfinished Music No.1: Two Virgins που ηχογράφησαν μαζί. Η Γιόκο Όνο επηρέασε σημαντικά τον Λένον, με τον οποίο αποτέλεσε αχώριστο δίδυμο, τόσο σε ότι αφορά τη σχέση του με το χώρο της μοντέρνας τέχνης όσο και με κοινωνικά προβλήματα τα οποία η ίδια σχολίαζε μέσα από τα έργα της, όπως η θέση της γυναίκας, ο φυλετικός διαχωρισμός ή ο πόλεμος του Βιετνάμ.

Κατά τη τελευταία διετία της παραμονής του στους κόλπους των Beatles, ο Λένον συμμετείχε ενεργά, μαζί με την Όνο, στο κίνημα κατά του πολέμου του Βιετνάμ. Στις 20 Μαρτίου του 1969, o Λένον και η Όνο παντρεύτηκαν στο Γιβραλτάρ, έχοντας προγραμματίσει να περάσουν το μήνα του μέλιτος στο κρεβάτι, διαδηλώνοντας με αυτό τον τρόπο υπέρ της ειρήνης και προσκαλώντας δημοσιογράφους στο ξενοδοχείο που διέμεναν, στην πόλη του Άμστερνταμ. Η πρωτότυπη αυτή διαμαρτυρία (γνωστή και ως «Bed-In») συνεχίστηκε στο Μόντρεαλ, με το ζεύγος Λένον-Όνο να παραχωρεί πολυάριθμες συνεντεύξεις και να δέχεται εκατοντάδες επισκέπτες. Το επόμενο διάστημα, συμμετείχαν σε πολυάριθμες εκδηλώσεις, δίνοντας επίσης μία φιλανθρωπική συναυλία στα πλαίσια της εκστρατείας War Is Over της UNICEF.

Το φθινόπωρο του 1969, ο Λένον ηχογράφησε μαζί με τους Beatles τον τελευταίο δίσκο του συγκροτήματος, με τίτλο Abbey Road. Οι σχέσεις των μελών είχαν ήδη αρχίσει να διαταράσσονται κατά τη διάρκεια των προηγούμενων χρόνων, και ειδικότερα η φιλία του Λένον με τον Μακάρτνεϋ κλονίστηκε. Ο ίδιος ο Λένον, αιτιολόγησε τη διάλυση του συγκροτήματος, αναφερόμενος κριτικά στον ηγετικό ρόλο που επεδίωξε να αναλάβει ο Μακάρτνεϋ μετά το θάνατο του μάνατζερ των Beatles, Μπράιαν Έπσταιν, αλλά και στην αντιπάθεια που έτρεφαν τα υπόλοιπα μέλη απέναντι στη Γιόκο Όνο.

Προσωπική σταδιοδρομία
Η προσωπική δισκογραφία του Λένον είχε ήδη ξεκινήσει πριν τη διάλυση των Beatles, με την ηχογράφηση τριών πειραματικών δίσκων σε συνεργασία με τη Γιόκο Όνο καθώς και τριών ακόμα τραγουδιών, Give Peace a Chance (με αντιπολεμικό περιεχόμενο), Cold Turkey (σχετικά με την εμπειρία του με την ηρωίνη) και Instant Karma!. Μετά τη διάλυση του συγκροτήματος, από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο του 1970, ο Λένον και η Γιόκο Όνο υποβλήθηκαν σε μία «πρωτογενή θεραπεία», κοντά στον Άρθουρ Τζάνοβ, στο Λος Άντζελες. Μετά την επιστροφή του, ηχογράφησε τον πρώτο του προσωπικό δίσκο μετά τη διάλυση των Beatles, με τίτλο John Lennon/Plastic Ono Band, τα περισσότερα τραγούδια του οποίου, είχαν γραφτεί κατά την διάρκεια της θεραπευτικής μεθόδου του Τζάνοβ, την οποία είχε ακολουθήσει. Ενδεικτικά των αντιλήψεων που είχε διαμορφώσει πλέον ο Λένον, είναι τα τραγούδια God, όπου κατέγραψε ανθρώπους και ιδέες στις οποίες είχε πάψει να πιστεύει (μεταξύ των οποίων ο Χριστός, ο Βούδας, ο Έλβις Πρίσλεϋ, ο μυστικισμός και οι Beatles), καθώς και το εμπορικά επιτυχημένο και αμιγώς πολιτικό Power to the People (Δύναμη στο Λαό, σύνθημα που είχε μεγάλη απήχηση σε αναρχικούς της δεκαετίας του 1970).

Ακολούθησε η κυκλοφορία του περισσότερο επιτυχημένου δίσκου του, Imagine (1971), του οποίου το ομώνυμο τραγούδι εξελίχθηκε σε ένα από τα δημοφιλέστερα του Λένον. Το καλοκαίρι του 1971, ταξίδεψε με τη Γιόκο Όνο στην Αμερική, όπου επρόκειτο να ζήσουν μόνιμα τα επόμενα χρόνια. Αφορμή για το ταξίδι αυτό αποτέλεσε η δικαστική διαμάχη της Γιόκο Όνο με τον σύζυγό της Τόνυ Κοξ, σχετικά με την επιμέλεια της κόρης τους Κυόκο. Εγκαταστάθηκαν στη Νέα Υόρκη και σύντομα δραστηριοποιήθηκαν πάνω σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, συμμετέχοντας ενεργά σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών διαδηλώσεων. Οι ηγέτες του αντιπολεμικού κινήματος και ισχυρές προσωπικότητες της αμερικανικής αριστεράς, Τζέρυ Ρούμπιν και Άμπυ Χόφμαν, έπεισαν τον Λένον να συνεργαστεί μαζί τους σε ένα πρόγραμμα συναυλιών διαμαρτυρίας, το οποίο όμως τελικά οδηγήθηκε σε ματαίωση. Εξαιτίας της έντονης κριτικής στάσης του Λένον απέναντι στον πόλεμο και του πολιτικού ακτιβισμού του, ο Τζ. Έντγκαρ Χούβερ διέταξε να ανοιχθεί ειδικός φάκελος στο FBI για εκείνον, συγκεντρώνοντας περίπου 300 σελίδες με σχετικό υλικό, κατά τη διετία 1971-72, επί προεδρίας Ρίτσαρντ Νίξον. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1972, ο γερουσιαστής του ρεπουμπλικανικού κόμματος Στρομ Θέρμοντ, συνέστησε την αφαίρεση της άδειας παραμονής του στην Αμερική, στα πλαίσια μίας έκθεσής του, σχετική με την πολιτική δράση του Λένον. Μετά από μία μακρά δικαστική διαμάχη, του παραχωρήθηκε τελικά μόνιμη άδεια παραμονής, στις 7 Οκτωβρίου του 1975. Στο μεσοδιάστημα, ο Λένον ολοκλήρωσε την ηχογράφηση τεσσάρων δίσκων, Some Time in New York City (μαζί με την Γιόκο Όνο, 1972), Mind Games (1973), Walls and Bridges (1974) και Rock 'n' Roll (1975). Παράλληλα, από τον Οκτώβριο του 1973 μέχρι τον Ιανουάριο του 1975, χώρισε προσωρινά με την Γιόκο Όνο, κατά τη διάρκεια μίας περιόδου που ο ίδιος αποκάλεσε αργότερα «χαμένο Σαββατοκύριακο».

Μετά την επανασύνδεσή του με τη Γιόκο Όνο και για τα επόμενα πέντε χρόνια, ο Λένον απείχε από τη δισκογραφία επιστρέφοντας σε μία αυστηρά ιδιωτική ζωή καθώς, σύμφωνα με την εξήγηση που έδωσε ο ίδιος, επιθυμούσε να αφοσιωθεί στην ανατροφή του γιου τους, Σων Λένον. Ένα ταξίδι του με ιστιοφόρο, στις Βερμούδες, κατά τη διάρκεια έντονης καταιγίδας, αποτέλεσε την αφορμή για την δημιουργία μίας νέας σειράς τραγουδιών που προορίζονταν για τον επόμενο δίσκο του, με τίτλο Doubble Fantasy, ο οποίος ολοκληρώθηκε τελικά σε συνεργασία με τη Γιόκο Όνο. Το Double Fantasy αποτέλεσε τον τελευταίο προσωπικό δίσκο του Λένον που κυκλοφόρησε ενόσω ήταν εν ζωή, και χαρακτηρίζεται ως ένας «ύμνος στην οικογενειακή επιτυχία». Τους τελευταίους μήνες της ζωής του, ηχογράφησε επίσης ένα τμήμα του δίσκου Milk and Honey που ολοκληρώθηκε αργότερα από την Γιόκο Όνο και κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, τον Ιανουάριο του 1984.


Δολοφονία
Το βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου του 1980, ο Μαρκ Τσάπμαν πυροβόλησε και τραυμάτισε θανάσιμα τον Λένον, έξω από την οικία του (στο ιστορικό κτίριο Dakota της Νέας Υόρκης) και ενώ ο τελευταίος επέστρεφε μετά από την ηχογράφηση των τραγουδιών Walking on Thin Ice και It Happened, που προορίζονταν για τον επόμενο δίσκο του. Ο Τσάπμαν είχε προσεγγίσει τον Λένον νωρίτερα την ίδια ημέρα, κατά την αναχώρησή του από το σπίτι του, αποσπώντας μάλιστα ένα αυτόγραφο του. Μετά την επιστροφή του Λένον από το στούντιο ηχογράφησης, ο Τσάπμαν τον πυροβόλησε πισώπλατα, συνολικά τέσσερις φορές. Σύμφωνα με την αυτοψία, οι μισές σφαίρες διαπέρασαν το αριστερό μέρος του σώματός του στο ύψος του στήθους, ενώ οι υπόλοιπες τον τραυμάτισαν κοντά στον αριστερό ώμο. Όλες προκάλεσαν εσωτερική αιμοραγία, ενώ η θανάσιμη σφαίρα διαπέρασε την αορτή του.

Πηγή:  blogthea.gr
read more “Η ζωή του John Lennon, από τη μέρα που γεννήθηκε, μέχρι και τη δολοφονία του.”

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Οι πιο δημοφιλείς αστικοί μύθοι γύρω απ’ τους Rolling Stones

Στα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις αρχές του '70 οι Rolling Stones ήταν το μεγαλύτερο συγκρότημα του κόσμου. Σε μία εποχή που δεν υπήρχε το internet και η τηλεόραση δεν είχε καμία σχέση με αυτή του σήμερα, το μόνο που δεν ακούστηκε ήταν πως οι Stones ήταν εξωγήινοι. Ο Κωσταντίνος Τσάβαλος αποκαθιστά την αλήθεια.

Λέγεται πως το 1973 ο Keith Richard προβαίνει σε μια ιδιότυπη «μεταμόσχευση» αίματος, αλλάζοντας όλο το, γεμάτο με ηρωίνη, παλιό του με «ολοκαίνουργιο» και καθαρό σε μια κλινική της Ελβετίας. Κάτι απολύτως αναμενόμενο και λογικό για έναν άνθρωπο που έκανε καλύτερα απ’ όλους πράξη το ροκ εν ρολ lifestyle. Με μια ημερήσια κατανάλωση ηρωίνης, αμφεταμινών και λυσεργικών οξέων που υπερέβαινε κατά πολύ τη μέση ημερήσια ποσότητα που θα μπορούσε ένας άλλος άνθρωπος να καταναλώσει, κάπου στα τέλη του 1972 χτύπησε το καμπανάκι του κινδύνου που έλεγε «αν δεν τα κόψεις τώρα, θα πεθάνεις».
Στις αρχές του 1973 όμως που οι Stones ήταν το «Μεγαλύτερο Ροκ εν Ρολ Συγκρότημα του Πλανήτη», οποιαδήποτε νύξη περί αποχώρησής του από το ευρωπαϊκό σκέλος της περιοδείας τους, θα αποτελούσε αυτοστιγμεί προδοτική κίνηση εκ μέρους του. Ένας φίλος του του σύστησε έναν γιατρό, που όπως ισχυρίζεται κι ο επίσημος βιογράφος του, Victor Bockris, στο βιβλίο του «Keith Richards: The Biography», «πραγματοποιούσε ένα είδος αιμοδιάλυσης που διαμέσου ενός σωλήνα, κρατούσε όλες τις τοξικές ουσίες μακριά από τα υπόλοιπα αιμοσφαίρια και τα αιμοπετάλια, επιτρέποντας έτσι στο αίμα να αποβάλλει τα ναρκωτικά». Σύμφωνα με τον βιογράφο του Keith, η ανωτέρω διαδικασία έλαβε χώρα σε μια ιδιωτική κλινική στην Ελβετία το τριήμερο μεταξύ 23 και 26 Σεπτεμβρίου 1973, δηλαδή ανάμεσα από τις συναυλίες του συγκροτήματος στο Ινσμπρουκ και τη Βέρνη αντίστοιχα.
Σχετικά με τη φήμη αυτή, ο ίδιος ο κιθαρίστας είχε δηλώσει μερικά χρόνια μετά: «ήταν ένα αστείο. Είχα βαρεθεί να δίνω εξηγήσεις σχετικά με τα ναρκωτικά που έκανα και έδωσα στους δημοσιογράφους μια ιστορία που έβγαλα από το νου μου».



Τον Φεβρουάριο του 1967 οργίαζαν οι φήμες ότι στην έπαυλη του κιθαρίστα των Stones, στο Redlands, συντελούνταν, με τη συμμετοχή όλων των μελών της μπάντας, σεξουαλικά όργια με τη βοήθεια παραισθησιογόνων χαπιών και σαδομαζοχιστικών εργαλείων. Λέγεται ότι τον μήνα εκείνο η αγγλική αστυνομία εισβάλει στο σπίτι και βρίσκει τον Mick Jagger σε αλλόφρονα κατάσταση την ώρα που προσπαθεί να φάει μια σοκολάτα Mars που βρίσκεται σφηνωμένη μέσα στον κόλπο της Marianne Faithfull.
Στην πραγματικότητα βέβαια, οι αστυνομικοί δεν έκαναν έφοδο, αλλά χτύπησαν το κουδούνι και μπήκαν μέσα μόνο αφού είχαν την συγκατάθεση του Keith. Σύμφωνα δε με την αστυνομική αναφορά, ο χώρος δεν θύμιζε σε τίποτα όργιο, αλλά ένα μεγάλο σαλόνι όπου διάφοροι προσκεκλημένοι είχαν αράξει, πίνοντας το ποτό τους, ενώ τόσο ο Mick, όσο και η Marianne αρνούνται ότι είχαν επιδοθεί σε τέτοιου είδους πρακτικές.
Στην αυτοβιογραφία της, η Faithfull αναφέρει ότι «η φήμη αυτή ήταν τόσο φανταστική, που ούτε καν εμείς μπορούσαμε να τη συλλάβουμε. Ήταν μάλλον δημιουργία κάποιου άρρωστου ανδρικού μυαλού που ονειρεύεται να τον δέρνει μια δεσποτική αφέντρα. Ή η άποψη ενός κακόβουλου μπάτσου σχετικά με το τι ενδέχεται να κάνει ένα ζευγάρι μετά από κατανάλωση ναρκωτικών.»




Μετά την αποπομπή του Brian Jones από το συγκρότημα στις αρχές του 1969, οι Stones ψάχνουν απεγνωσμένα για τον αντικαταστάτη του, μια δεύτερη κιθάρα που θα μπορεί να στέκεται επάξια δίπλα σ’ αυτή του Keith. Η αρχική σκέψη του Jagger ήταν ο νεαρός κιθαρίστας των Faces, ο Ron Wood και έτσι προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του ώστε να τον πάρει στους Stones.
Λέγεται ότι ο Mick πήρε τηλέφωνο τον μπασίστα των Faces, τον Ronnie Lane και του μετέφερε το αίτημα να πάρει τον Wood στους Stones, πέφτοντας πάνω στην απευθείας άρνηση του Lane με τη δικαιολογία ότι «ο Woody είναι μια χαρά εδώ που είναι». Μια άλλη εκδοχή βέβαια κάνει λόγο για μια απλή παρεξήγηση: ο Mick (ή ο πιανίστας των Stones, Ian Stewart) ζήτησαν να μιλήσουν με τον «Ronnie» κι ο συνονόματος Lane, νομίζοντας ότι η πρόταση απευθύνεται στον ίδιο, αρνήθηκε ευγενικά.
Σε μια συνέντευξη του το 2003 για το βιβλίο «According to the Rolling Stones», ο Wood ισχυρίστηκε την πρώτη εκδοχή, αν και στην επίσημη βιογραφία του «Rock on Wood», ο βιογράφος του, Terry Rawlings, τον αναφέρει να διατείνεται ότι ο Jagger τον πήρε απευθείας τηλέφωνο, αλλά ο Ron, πιστεύοντας ότι κάποιος του κάνει φάρσα, του έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα, λέγοντας του «τώρα έχω δουλειά!»



Η γυναίκα του David Bowie, Angie, το 1972, πιάνει στα «πράσα» τον άντρα της με τον Mick Jagger στο κρεβάτι. Ο Mick, θέλοντας να της πει «συγγνώμη», της αφιερώνει, την επόμενη χρονιά, την ομώνυμη μπαλάντα. Το όλο σκηνικό μάλλον είναι αποκύημα της αρρωστημένης φαντασίας της –πρώην ναρκομανούς- γυναίκας του «Λεπτού Λευκού Δούκα», αγγλοκύπριας Mary Angela Barnett.
Στις 4 Μαΐου 1990, κατά τη διάρκεια της εκπομπής της Joan Rivers «The Joan Rivers Show» στην αμερικανική τηλεόραση, η Angela Bowie ισχυρίστηκε ότι «είχα πιάσει τον πρώην άντρα μου στο κρεβάτι με διάφορους άντρες πολλές φορές και η καλύτερη εξ’ αυτών ήταν με τον Mick Jagger», απαντώντας ταυτόχρονα καταφατικά στην ερώτηση της παρουσιάστριας «αν οι δυο άντρες ήταν εκείνη την ώρα γυμνοί», αν και στην αυτοβιογραφία της με τίτλο «Backstage Passes», που εκδόθηκε το 1993, η Angela μπέρδεψε εκ νέου την κατάσταση ισχυριζόμενη ότι «είχα μόλις γυρίσει από ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη και μπαίνοντας στο σπίτι, η υπηρέτρια μου είπε ότι ο Mick κι ο David κοιμούνται μαζί στο υπνοδωμάτιο. Άνοιξα την πόρτα κι όντως κοιμόντουσαν. Τους ρώτησα αν ήθελαν καφέ και μου απάντησαν καταφατικά».



Το παρακάτω τρελό σκηνικό είναι το πιο αληθινό απ’ όλα: όταν ο μπασίστας των Stones, Bill Wyman παντρεύτηκε την 18χρονη Mandy Smith, ο 30χρονος γιος του, Stephen, νυμφεύθηκε την 46χρονη μητέρα της Smith!
 
Η ιστορία πάει ως εξής: η Amanda Louise Smith ήταν μόλις 14 ετών όταν ο, τότε, 47χρονος Wyman την εντόπισε στα παρασκήνια μιας συναυλίας των Stones και την έβαλε στο μάτι. Μετά κόπων και βασάνων, κατάφερε να πάρει τη συγκατάθεση της μητέρας της και να την παντρευτεί το 1988, για να τη χωρίσει τελικά τρία χρόνια μετά, όταν εκείνη ήταν 21 κι εκείνος… στα 55 πατημένα.
Το κερασάκι στην όλη ιστορία αποτέλεσε όμως ο γάμος του γιου του, Stephen με την μητέρα της Mandy το 1992, μετά από έναν κρυφό δεσμό που κρατούσε πάνω από τρία χρόνια. Κουλό, αλλά πέρα για πέρα αληθινό. 
 
Πηγή: cosmo.gr
read more “Οι πιο δημοφιλείς αστικοί μύθοι γύρω απ’ τους Rolling Stones”

Μάνος Χατζιδάκις, Οδός Ονείρων

Ο Μάνος Χατζιδάκις (23 Οκτωβρίου 1925 – 15 Ιουνίου 1994) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσικοσυνθέτες. Το έργο του θεωρείται πως συνέδεσε τη λόγια με τη λαϊκή μουσική και περιλαμβάνει δεκάδες ηχογραφήσεις πολλές από τις οποίες αναγνωρίζονται σήμερα ως κλασικές.

Περίοδος 1925 - 1944
Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη, γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκης Αρβανιτίδου. Σύμφωνα με τον ίδιο κληρονόμησε από τη μητέρα του «όλους τους γρίφους που από παιδί μ' απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της δεν θα 'μουν ποιητής...». Η μουσική του εκπαίδευση ξεκινά σε ηλικία τεσσάρων ετών και περιλαμβάνει μαθήματα πιάνου από την αρμενικής καταγωγής πιανίστρια Αλτουνιάν. Παράλληλα, εξασκείται στο βιολί και το ακορντεόν.

Ο Χατζιδάκις εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα, με την μητέρα του, το 1932 και έπειτα από το χωρισμό των γονέων του. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1938, ο πατέρας του πεθαίνει σε αεροπορικό δυστύχημα, γεγονός που σε συνδυασμό με την έναρξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου επιφέρει μεγάλες οικονομικές δυσχέρειες στην οικογένεια και αναγκάζει τον Χατζιδάκι να εργαστεί από αρκετά νεαρή ηλικία.

Συγχρόνως επεκτείνει τις μουσικές του γνώσεις παρακολουθώντας ανώτερα θεωρητικά μαθήματα με τον Μενέλαο Παλλάντιο, την περίοδο 1940 - 1943, ενώ ξεκινά και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες όμως δεν θα ολοκληρώσει. Την ίδια περίοδο συνδέεται με άλλους καλλιτέχνες και διανοούμενους, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Γκάτσος, οι ποιητές Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Άγγελος Σικελιανός και ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης

Περίοδος 1945 - 1966
Η πρώτη εμφάνιση του Χατζιδάκι ως συνθέτη πραγματοποιείται το 1944 με τη συμμετοχή του στο έργο Τελευταίος Ασπροκόρακας του Αλέξη Σολωμού, στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, ο Χατζιδάκις θα παρακολουθήσει και μαθήματα υποκριτικής, αν και τελικά ο ίδιος ο Κουν θα τον αποτρέψει. Η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει περίπου δεκαπέντε χρόνια και αποφέρει μουσική για σημαντικό αριθμό έργων του σύγχρονου θεάτρου..

Το 1946 καταγράφεται και η πρώτη του εργασία για τον κινηματογράφο, στην ταινία Αδούλωτοι Σκλάβοι και στα επόμενα χρόνια συνθέτει μουσική για πολλές ελληνικές ή ξένες ταινίες. Ειδικά για την μουσική της ταινίας Το ποτάμι (1959) θα κερδίσει το μουσικό βραβείο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το 1950 θα αποτελέσει ιδρυτικό στέλεχος και καλλιτεχνικό διευθυντή του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου, όπου παρουσιάζει τα τέσσερα μπαλέτα του, Μαρσύας (1950), Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές (1951), Το Καταραμένο Φίδι (1951) και Ερημιά (1958).

Παράλληλα με το Ελληνικό Χορόδραμα, η τραγωδός Μαρίκα Κοτοπούλη αναθέτει στον Χατζιδάκι την σύνθεση της μουσικής για τις Χοηφόρες (1950) από την Ορέστεια του Αισχύλου. Το γεγονός αυτό αποτελεί την αρχή της ενασχόλησης του Χατζιδάκι με πολλές αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες, μεταξύ των οποίων η Μήδεια (1956), ο Κύκλωπας (1959), οι Βάκχες (1962), οι Εκκλησιάζουσες (1956), η Λυσιστράτη (1957) και οι Όρνιθες (1959). Την ίδια εποχή, ο Χατζιδάκις συνεργάζεται και με τον Άγγελο Σικελιανό προκειμένου να συνθέσει τη μουσική για την τελευταία του τραγωδία Ιπποκράτης.

Το 1960 του απονέμεται το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι Τα παιδιά του Πειραιά, από την ταινία του Ζυλ Ντασέν Ποτέ την Κυριακή, το οποίο συμπεριλαμβάνεται και στα δέκα εμπορικότερα τραγούδια του 20ού αιώνα. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις, θεωρεί πως η ελαφρά μουσική του για τον κινηματογράφο του προσδίδει μια «ανεπιθύμητη λαϊκότητα» την οποία δεν αποδέχεται και φθάνει στο σημείο να αποκηρύξει μεγάλο μέρος της.

Σημαντικός σταθμός στο έργο του Χατζιδάκι για το θέατρο αποτελεί ακόμα η παράσταση Οδός Ονείρων (1962) σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού και πρωταγωνιστή το Δημήτρη Χορν.

Την περίοδο 1963-1966 διευθύνει την «Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών» – της οποίας είναι και ιδρυτής -- και στο σύντομο χρονικό διάστημα της λειτουργίας της δίνει 20 συναυλίες με πρώτες παρουσιάσεις δεκαπέντε έργων ελλήνων συνθετών.
Περίοδος 1967 - 1971

Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις επισκέπτεται την Αμερική προκειμένου να ανεβάσει στο Broadway με τον Ζυλ Ντασέν και την Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του Ποτέ την Κυριακή με τον τίτλο Illya Darling. Κατά την παραμονή του στην Αμερική έρχεται σε επαφή με την ποπ και ροκ αμερικανική μουσική σκηνή, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα την ηχογράφηση του κύκλου τραγουδιών Reflections σε συνεργασία με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble. Παράλληλα ξεκινά τη σύνθεση λιμπρέτων για τρία μουσικά έργα (Μεταμορφώσεις, Όπερα για Πέντε, Ντελικανής) ενώ ηχογραφεί και το Χαμόγελο της Τζοκόντας, ένα από τα περισσότερο γνωστά έργα του.

Περίοδος 1972 - 1989
Το 1972, επιστρέφει στην Αθήνα και τον επόμενο χρόνο ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», το οποίο επιδιώκει, σύμφωνα με τον ίδιο, «μια τελετουργική παρουσίαση του τραγουδιού, μ' όλα τα μέσα που μας παρέχει η σύγχρονη θεατρική εμπειρία». Η περίοδος αυτή, μέχρι το τέλος της ζωής του, θεωρείται η περισσότερο ώριμη στην μουσική του σταδιοδρομία και σηματοδοτείται με την ηχογράφηση του Μεγάλου Ερωτικού.

Με το πέρας της στρατιωτικής δικτατορίας διορίζεται «Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής» της Λυρικής Σκηνής για το διάστημα 1975 - 1977 ενώ την περίοδο 1975 - 1982 αναλαμβάνει καθήκοντα Διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας καθώς και Διευθυντή του κρατικού ραδιοσταθμού Τρίτο Πρόγραμμα. Η παρουσία του στο Τρίτο Πρόγραμμα αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς και ίσως την ποιοτικότερη περίοδο του ραδιοσταθμού.

Το 1979 ο Χατζιδάκις καθιερώνει τις «Μουσικές Γιορτές» στα Ανώγεια της Κρήτης, που περιλαμβάνουν τοπικούς λαϊκούς χορούς και τραγούδια. Τον επόμενο χρόνο εγκαινιάζει και τον «Μουσικό Αύγουστο» στο Ηράκλειο, ένα καλλιτεχνικό Φεστιβάλ με κύριο στόχο την παρουσίαση νέων ρευμάτων τόσο στη μουσική όσο και στο χορό, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική και το θέατρο. Την περίοδο 1981 - 1982 διοργανώνει επίσης τους «Μουσικούς Αγώνες» στην Κέρκυρα, ένα μουσικό διαγωνισμό για νέους Έλληνες συνθέτες.

Αξιοσημείωτη είναι και η συμμετοχή του στην έκδοση του πολιτιστικού περιοδικού Το Τέταρτο (1985 - 1986), το οποίο καταγράφει τα καλλιτεχνικά και κοινωνικά δρώμενα μέσα από τις πολιτικές τους διαστάσεις. Παράλληλα, συστήνει το 1985, την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία «Σείριος», η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα.

Περίοδος 1990 - 1994
Στα τέλη του 1989 ο Χατζιδάκις ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων» με σκοπό να παρουσιάσει έργα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις διηύθυνε την ορχήστρα μέχρι το τέλος της ζωής του δίνοντας συνολικά είκοσι συναυλίες και δώδεκα ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου. Το 1991, σε συνεργασία με τον Δήμο Καλαμάτας διοργανώνει επίσης τους «Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Καλαμάτας».

Πέθανε στις 15 Ιουνίου του 1994 και ετάφη στην Παιανία.







Πηγή: rc-cafe.blogspot.com
read more “Μάνος Χατζιδάκις, Οδός Ονείρων”

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Τα κλέφτικα τραγούδια

Τα κλέφτικα τραγούδια που κατατάσσονται στα δημοτικά τραγούδια παίρνουν το όνομά τους από το περιεχόμενο των στίχων τους. Είναι δημιουργήματα μιας συγκεκριμένης περιόδου, της Τουρκοκρατίας – και ακριβέστερα είναι συνθεμένα μέσα στον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα – και μιας ορισμένης περιοχής, της ηπειρωτικής Ελλάδας. Τα κλέφτικα τραγούδια δημιούργησαν ένα καινούργιο είδος δημοτικής ποίησης, που ήταν και το τελευταίο της προφορικής μας παράδοσης και λογοτεχνίας.
Πριν όμως γίνει εκτενέστερη αναφορά στα κλέφτικα τραγούδια θα ήταν χρήσιμο να γίνει η διαφοροποίηση των ρόλων των κλεφτών και των αρματολών στην εποχή της Τουρκοκρατίας.

Κλέφτες

Στη σημερινή εποχή διαχωρίζουμε τους όρους κλέφτης και ληστής. Στην εποχή της Τουρκοκρατίας αυτές οι λέξεις ήταν ταυτόσημες, με τη διαφορά ότι τη μια λέξη τη χρησιμοποιούσε ο λαός και την άλλη οι μορφωμένοι. Οι κλέφτες λοιπόν ήταν άνθρωποι, που κυνηγημένοι από το νόμο, ζούσαν στα βουνά χωρίς να δουλεύουν και λήστευαν τους περαστικούς διαβάτες ή ακόμα χειρότερα κατέβαιναν στα χωριά και λεηλατούσαν ό,τι έβρισκαν. Αποτελούσαν μόνιμο παράγοντα ανησυχίας και αταξίας. Οι κλέφτες δεν ζούσαν μόνοι τους, παρά σε μικρές ή πολυάριθμες οργανωμένες συμμορίες. Είχαν μάλιστα και αρχηγό που τον ονόμαζαν πρωτοκλέφτη.

Αυτές οι συμμορίες δεν αποτελούνταν μόνο από Έλληνες, ούτε οι Έλληνες βέβαια ήταν οι μόνοι ληστές. Πολύ συνηθισμένες ήταν και οι τουρκαλβανικές συμμορίες, καθώς και οι μικτές, δηλαδή αυτές που αποτελούνταν από Τούρκους, Έλληνες ή Αλβανούς. Η τελευταία αυτή αναφορά, παρόλο που αποσιωπάται από τους ιστορικούς είναι ευνόητη; οι κατατρεγμένοι από το νόμο κλέφτες δεν είχαν περιθώρια για εθνικές διακρίσεις. Δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς πως ακόμα και οι Έλληνες κλέφτες έκλεβαν μόνο τους Τούρκους ή όπως συχνά αναφέρεται, και τους πλούσιους αλλά υποταγμένους Έλληνες. Βιαιοπραγίες εναντίον των ισχυρών – Χριστιανών ή Οθωμανών – επιχειρούσαν στην πραγματικότητα σπάνια και μόνο στην περίπτωση που ένοιωθαν εξαιρετικά ισχυροί. Συνήθως ήταν αδύνατο να επιλέγουν οι κλέφτες ποιους θα λεηλατούσαν και προφανώς θα απέφευγαν να ερεθίζουν την εξουσία με άσκοπους φόνους, ιδίως Τούρκων.
Οι κλέφτες ήταν ο φόβος και ο τρόμος των χωρικών και όπως είναι φυσικό δεν ήταν καθόλου αρεστοί σ' αυτούς. Δεν είναι λίγες οι μαρτυρίες όπου χωρικοί αντιστέκονταν τους ληστές για να προστατέψουν τις περιουσίες τους.
Οι κλέφτες αποτελούσαν λοιπόν μια μόνιμη πληγή και δεν ήταν δυνατό να προκαλούσαν το θαυμασμό. Τα τελευταία χρόνια όμως της Τουρκοκρατίας, όταν πια φούντωσε το αίσθημα για την ελευθερία, ορισμένοι πατριώτες πίστεψαν ότι οι κλέφτες μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα ενός επαναστατικού στρατού. O ανώνυμος συγγραφέας μάλιστα της “Ελληνικής Νομαρχίας” τούς παρουσιάζει ως ανθρώπους που, μην μπορώντας να υποφέρουν τον τούρκικο ζυγό, ανεβαίνουν στα βουνά, αναζητώντας την ελευθερία τους. Κατά τον ανώνυμο συγγραφέα πάντα της “Ελληνικής Νομαρχίας”, οι κλέφτες ζούσαν στα βουνά τρώγοντας για μέρες μόνο χόρτα και πίνοντας μόνο νερό, χωρίς να ενοχλούν ούτε στο ελάχιστο τους χωρικούς ή τους Έλληνες που είχαν παραμείνει στα χωριά ή στις πόλεις. Φυσικά αυτή η άποψη είναι πολύ ρομαντική για να αγγίζει έστω και στο ελάχιστο την πραγματικότητα.

Αρματολοί
Σήμερα υποστηρίζεται η άποψη, ότι ο θεσμός των αρματολικιών είναι δημιούργημα των συνθηκών της Τουρκοκρατίας και όχι βυζαντινό κατάλοιπο. Φαίνεται ότι πρωτοδημιουργήθηκε στα Άγραφα, από τον σουλτάνο Μουράτ Β', γύρω στα 1430. Σιγά– σιγά αυτός ο θεσμός διαδόθηκε σ' όλη την ηπειρωτική Ελλάδα.
O θεσμός των αρματολών αντιπροσωπεύει την προσπάθεια της οθωμανικής εξουσίας, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας, να περιορίσει τη ληστεία. Αποστολή των αρματολών ήταν να επιμελούνται την εσωτερική τάξη των περιοχών τους, να επιτηρούν τις ορεινές διαβάσεις και να προστατεύουν τους κατοίκους από τις επιδρομές των κλεφτών.
Αρματολίκια συναντιούνται μόνο στις ορεινές περιοχές που συχνά ήταν πυκνοκατοικημένες από συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς. Η δημιουργία τους οφείλεται προφανώς στην αδυναμία της οθωμανικής αυτοκρατορίας να τηρεί την τάξη σ' όλη την επικράτειά της.
Η ιστορία των αρματολών χωρίζεται σε δυο μεγάλες περιόδους:
Η 1η περίοδος εκτείνεται από τον 15 μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα. Oι αρματολοί αυτή την εποχή αποκτούν μεγάλη εξουσία. Μερικές φορές μάλιστα φτάνουν στο σημείο να μην επιτρέπουν την είσοδο Τούρκων στην περιοχή της επιρροής τους. Η μόνη σχέση που έχουν με την τούρκικη εξουσία είναι να της δίνουν τα χρήματα που μάζευαν από τους φόρους. O καπετάνιος των αρματολών κατέχει υψηλή κοινωνική θέση, αυτός είναι ο δικαστής, ο φύλακας, ο προστάτης και αυτός που ορίζει το ποσό, που πρέπει να πληρώσει ο καθένας ως φόρο.
Η 2η περίοδος διαρκεί από τις αρχές του 18ου αιώνα ως το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Σ' αυτό το διάστημα η τουρκική εξουσία προσπαθεί να περιορίσει ή να εξαλείψει αυτό το θεσμό, παραμερίζοντας από τις ηγετικές θέσεις τους Έλληνες αρματολούς και βάζοντας στη θέση τους Αλβανούς. Oι Έλληνες αρματολοί αναγκάζονται να υπερασπιστούν τα παλιά τους προνόμια και έτσι έρχονται σε ρήξη με το οθωμανικό κράτος. Πολλοί από αυτούς γίνονται κλέφτες και καταφεύγουν στα βουνά. Το 1836 γίνεται η τελευταία και οριστική διάλυση των αρματολικών σωμάτων από τον Ιμίν πασά.

Τα κλέφτικα τραγούδια και η ιστορία τους
Τα κλέφτικα τραγούδια αναφέρονται όχι τόσο στους κλέφτες όσο στους αρματολούς. Η ονομασία κλέφτικα δεν αποτελεί εμπόδιο αφού, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η λέξη αυτή χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας και για τους αρματολούς. Εκτός αυτού μας είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι ο λαός έγραψε τέτοια τραγούδια για να υμνήσει τους κλέφτες, τη στιγμή μάλιστα που δεν του ήταν καθόλου συμπαθείς. Αντίθετα οι αρματολοί ήταν αυτοί που τους προστάτευαν από τους κλέφτες και απομάκρυναν τους Τούρκους από την περιοχή της κυριαρχίας τους.
Τα τραγούδια αυτά πρωτοβγήκαν μάλλον στις αρχές ή στα μέσα του 18ου αιώνα, όταν δηλαδή το κύρος των αρματολών είχε αυξηθεί, μια που δεν περιόριζαν μόνο τη ληστεία, αλλά προσπαθούσαν να απομακρύνουν τους αλλόθρησκους που διεκδικούσαν τις θέσεις και τα αξιώματά τους. Εκτός αυτού τα παλιότερα τραγούδια που μας σώζονται αναφέρονται όλα στους αρματολούς, που η δράση τους τοποθετείται γύρω στα μέσα του 18ου αιώνα, όπως για παράδειγμα στον Χρίστο Μιλιόνη, τον Λάπα, τον Ζίδρο...

Άλλο γεγονός που ενισχύει αυτήν την άποψη είναι ότι ο χώρος δημιουργίας του κλέφτικου τραγουδιού είναι οι περιοχές όπου έδρασαν οι αρματολοί, δηλαδή η Στ. Ελλάδα, η Θεσσαλία, η Ήπειρος και η δυτική Μακεδονία. Ενώ η “κλεψιά” ήταν πανελλήνιο φαινόμενο, που υπήρχε πολύ πριν από τη δημιουργία αυτών των τραγουδιών και που δεν σταμάτησε, όταν έπαψαν πια να δημιουργούνται τραγούδια αυτού του είδους.
 
Η τεχνική του κλέφτικου τραγουδιού
Τα κλέφτικα τραγούδια είναι πολύ απλά στην τεχνική τους δομή. Τα διάφορα μοτίβα που χρησιμοποιούνται για την αρχή είναι περιορισμένα. Ένα μοτίβο είναι να πληροφορούμαστε από τον πρώτο κιόλας στίχο αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει:
O Νικοτσάρας πολεμά με τρία βιλαέτια
Άλλοτε πάλι αρχίζει με ένα προοίμιο για να τονίσει περισσότερο το θέμα του:
Τρία πουλάκια κάθονταν στη ράχη, στο λιμέρι
ένα τηράει τον Αρμυρό, κι άλλο κατά το Βάλτο,
το τρίτο το καλύτερο, μοιρολογάει και λέει:
“Κύριέ μου, τι εγίνηκεν ο Χρίστος ο Μιλιόνης;”
Μερικές φορές αυτό το προοίμιο αρχίζει με άστοχες ερωτήσεις:
Το τι 'ν' ο αχός που γίνεται κι η ταραχή η μεγάλη;
Μήνα βουβάλια σφάζονται, μήνα θεριά μαλώνουν;
Κι ουδέ βουβάλια σφάζονται κι ουδέ θεριά μαλώνουν,
ο Μπουκουβάλας πολεμάει με χίλιους πεντακόσιους...
Τα θέματα που συναντούμε σ' αυτού του είδους τα τραγούδια είναι ή η νικηφόρα μάχη ή ο ένδοξος θάνατος. Οι ήρωες που εξυμνούνται δεν έχουν υπερφυσικές ικανότητες. Είναι απλοί θνητοί με συνηθισμένα σπαθιά και ντουφέκια.
Τα τραγούδια αυτά είναι ολιγόστιχα, λιτά, χωρίς εξηγήσεις και περιγραφές περιστατικών. Η μετάβαση από την μια εικόνα στην άλλη γίνεται γρήγορα, απότομα, χωρίς πρωτύτερα να μας προετοιμάσει γι' αυτήν την αλλαγή. O ζωντανός διάλογος συναντιέται σ' όλα σχεδόν τα τραγούδια. Όταν δεν υπάρχει δεύτερο πρόσωπο ο δημιουργός εισάγει τότε ένα συμβατικό πρόσωπο, όπως ένα πουλί με ανθρώπινη λαλίτσα, ή μια “ξανθή κόρη”, ή μια “παπαδοπούλα”, ή κάτι παρόμοιο, για να δημιουργηθεί ο διάλογος. Μέσω αυτών των προσώπων δίνεται η ευκαιρία στον τραγουδιστή να μιλήσει χωρίς να χαλάσει ταυτόχρονα την όλη σκηνή που έχει δημιουργηθεί. 
 
Το πνεύμα του κλέφτικου τραγουδιού
Το κύριο χαρακτηριστικό των κλέφτικων τραγουδιών είναι η στάση των ανθρώπων που εξυμνούνται απέναντι στη ζωή. Οι ήρωές του δεν φοβούνται το θάνατο, μάλιστα τον προτιμούν από μια σκλαβωμένη και ατιμωτική ζωή. Η ελευθερία και η ελεύθερη ψυχή παρουσιάζεται ως το κυριότερο αγαθό. Γι' αυτήν αγωνίζονται, αρνούμενοι να τους εξουσιάζουν άλλοι.
O σκοπός τού δημιουργού δεν είναι τόσο να περιγράψει ένα περιστατικό, παρά να μας δώσει και να εκφράσει την ελεύθερη συνείδηση του κλέφτη. Αξιοσημείωτο είναι αυτό που γράφει ο Γιάννης Αποστολάκης στο βιβλίο του “Το κλέφτικο τραγούδι”: “Το περιστατικό βέβαια γεννάει το κλέφτικο τραγούδι δε θέλει όμως ρώτημα πως στην τελειότερη μορφή του το τραγούδι δεν είναι μια φορά η διήγηση του περιστατικού. Ούτε το τραγικό τέλος τού κλέφτη, ούτε τα έργα του, όσο ξακουστά κι αν είναι, και πολύ λιγότερο τα αισθήματα και οι ιδέες του για τη φύση και για τον κόσμο, κάνουν την ουσία του κλέφτικου τραγουδιού.
Το κλέφτικο τραγούδι δεν είναι διήγηση υπερφυσικού ή μυθικού περιστατικού, ούτε λυρική διάχυση λεπτών ή παράδοξων αισθημάτων, ούτε περιγραφή και θεωρία της Φύσης. Εξωτερικά μοιάζει να είναι η έκφραση του θαυμασμού για το εξαιρετικό άτομο, ο ύμνος του όμως στην ουσία είναι το πρώτο αδρό σχεδίασμα της καινούργιας Μορφής του Έλληνα. Αίσθημα, λοιπόν, θεωρία, δράση μπορεί να μη λείπουν και δε λείπουν, όμως όλα αυτά βρίσκονται στο τραγούδι, επειδή ο δημοτικός ποιητής τα θεωρεί απαραίτητα για να φτάσει στον πόθο του που είναι η σύλληψη του ανθρώπου.
Η μεγάλη αξία και πρωτοτυπία του κλέφτικου τραγουδιού βρίσκεται στον καινούργιο πόθο, που γεμίζει την ψυχή τού δημοτικού ποιητή, στον πόθο για το σύνολο και όχι για το μέρος, στον πόθο για τον άνθρωπο και όχι για το μερικό φανέρωμά του, είτε σε λόγο, είτε σε έργο, όσο κι αν είναι αυτό εξαιρετικό”.

filoimousikistisviotias.blogspot.com

 
read more “Τα κλέφτικα τραγούδια”

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

Η μουσική είναι μια ανθρώπινη έμφυτη ανάγκη για την έκφραση του ψυχικού μας κόσμου

Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί υπάρχει η μουσική στη ζωή σου;

Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι έχουμε κάνει τη μουσική μέρος της καθημερινότητας μας. Ακούμε μουσική σε κάθε ευκαιρία. Είτε όταν δουλεύουμε , είτε όταν χαλαρώνουμε, ακόμα και όταν βγαίνουμε να διασκεδάσουμε η μουσική βρίσκεται εκεί. Και όμως δεν μας αρέσουν όλα τα είδη της. Επίσης μερικά τραγούδια μας ταξιδεύουν, άλλα μας συγκινούν, άλλα πάλι νιώθουμε ότι μας βοηθάνε να εκφράσουμε κοινωνικά μηνύματα και την άποψη μας για τη ζωή . Στο άρθρο αυτό γίνεται μια προσπάθεια να αναλυθούν οι λόγοι που συμβαίνουν όλα αυτά.
Αξίζει να σημειωθεί αρχικά πως η ανάγκη του ανθρώπου για μουσική φαίνεται ότι είναι περισσότερο έμφυτη παρά επίκτητη. Για αυτό από τα πρώτα στάδια της ανθρώπινης εξέλιξης μέχρι και σήμερα ο άνθρωπος και οι μουσικοί ήχοι είναι άκρως συνδεδεμένοι. Αυτό συμβαίνει για τους παρακάτω λόγους.
Πρώτα από όλα σκεφτείτε ότι ο ρυθμός, ένα από τα βασικότερα στοιχεία της μουσικής, είναι η πρώτη εμπειρία των αισθήσεων του κάθε ατόμου ως έμβρυο. Το οποίο μέσω των αρτηριακών παλμών του μητρικού κυκλοφοριακού συστήματος ακούει και συνδέεται απόλυτα με όλους τους ρυθμούς που προέρχονται από το εσωτερικό του σώματος της μητέρας του (ρυθμός της καρδιάς, της αναπνοής, κ.τ.λ.). Οι ρυθμοί αυτοί είναι για το έμβρυο τα πρώτα του ακούσματα και η αρχική αντίληψη του για το τι είναι ζωή. Επίσης έτσι βιώνει το έμβρυο τα πρώτα του συναισθήματα. Καθώς μέσα από τους μητρικούς ρυθμούς νιώθει πως αισθάνεται η μητέρα του κάθε στιγμή και συμπάσχει. Μάλιστα έχει παρατηρηθεί και πως μετά τη γέννηση, οι περισσότερες μητέρες, συνήθως χωρίς να το συνειδητοποιούν, κρατούν τα μωρά τους στο αριστερό μέρος του κορμιού. Έτσι ώστε τα βρέφη να ακούν τους χτύπους της καρδιάς τους και οι φόβοι τους γίνονται πιο ανεκτοί.
Η επαφή μας όμως με τον ρυθμό δεν σταματάει μόνο με την προγεννητική αυτή εμπειρία. Αλλά γενικά ο ρυθμός και η ανάγκη για αρμονία παρατηρείται καθημερινά στη ζωή μέχρι το τέλος μας. Τα πάντα γύρω λειτουργούν με αυτό τον τρόπο. Τόσο το σύμπαν ,μέσα στο οποίο ζούμε, κινείται συνεχώς πάνω σε μια ατέλειωτη ποικιλία ρυθμών και αρμονίας (αστρικοί ρυθμοί, εποχιακοί ρυθμοί, ημερονύκτιο) όσο και ο ίδιος ο ανθρώπινος οργανισμός μας (βιολογικοί ρυθμοί, οργανικοί ρυθμοί, κυτταρικοί ρυθμοί).

Η ζωή μας λοιπόν χωρίς τον ρυθμό και την αρμονία του δεν μπορεί να υπάρξει. Για αυτό οι ανθρώπινες κοινωνίες έχουν την έμφυτη ανάγκη να τον εκφράσουν. Και αυτό συμβαίνει κατά κύριο λόγο μέσα από τη μουσική.
Γιατί όμως υπάρχουν διαφορετικά είδη μουσικής και γιατί ο καθένας έχει τις δικές του επιλογές;
Δεν μπορεί να απαντηθεί αυτό το ερώτημα εάν δεν διευκρινιστεί κάτι άλλο πρώτα. Όταν ακούμε μουσική είναι μεγάλος λάθος να νομίζουμε ότι απλά ακούν μόνο τα αυτιά μας. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ήχος είναι δονήσεις που διαδίδονται. Κατά την μουσική ακρόαση στην ουσία όλο μας το σώμα συντονίζεται με τις ηχητικές δονήσεις λόγω του φαινομένου του ιδιοσυντονισμού.
Ιδιοσυντονισμός είναι το φαινόμενο κατά το οποίο κάθε ήχος που διαδίδεται μέσω του αέρα όταν συναντάει κάποιο εμπόδιο το «συντονίζει» στη συχνότητά του. Για παράδειγμα, όταν σε ένα χώρο ακούγεται δυνατά κάποια μουσική, τότε αγγίζοντας ένα έπιπλο ή ένα τζάμι σ’ αυτό το χώρο νιώθουμε ότι δονείται ταυτόχρονα με την μουσική. Ή μια ψιλή γυναικεία φωνή σε κάποια συγκεκριμένη νότα βλέπουμε ότι μπορεί να σπάσει ένα ποτήρι. Γιατί μεταδιδόμενη η δόνηση της φωνής αναγκάζει το ποτήρι να πάλλεται στην συχνότητά της και μη αντέχοντας το υλικό του ποτηριού αυτή την ταλάντωση σπάει. Ή και συ ακόμα δεν έχεις νιώσει τις ηχητικές δονήσεις κάποιου τραγουδιού το οποίο ακούγεται δυνατά σε ένα club ή σε μια συναυλία να πιέζει εσωτερικά το θωρακικό σου μέρος με το ρυθμό της μουσικής;

Ακόμα και να κλείσει λοιπόν κάποιος τα αυτιά του για να μην ακούει, το σώμα του δέχεται τις δονήσεις του ήχου και συντονίζεται με αυτόν.
Οι επιδράσεις αυτών των δονήσεων στον άνθρωπο φαίνεται να είναι το κλειδί της κατανόησης της έμφυτης ικανότητας του να νιώθει συναισθήματα ακούγοντας μουσική.
Και εξηγώντας το περισσότερο βλέπουμε ότι ένα μουσικό κομμάτι με την ίδια μουσική εκτέλεση άλλους μπορεί να τους κουράσει άλλους να τους χαλαρώσει και άλλους ίσως να τους εξοργίσει. Αυτές οι αντιδράσεις είναι η συνισταμένη πολλών ακόμα παραγόντων.
Δηλαδή αν σου αρέσει ή όχι ένα τραγούδι εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας σου, από την ιδιοσυγκρασία σου, από την μόρφωση και το κοινωνικό-πολιτιστικό και κληρονομικό περιβάλλον σου καθώς και από την ψυχική διάθεση σου κατά τη συγκεκριμένη στιγμή της ακρόασης. Για να γίνει πιο σαφές όλο αυτό, παρατηρείστε και μόνοι σας πως διαλέγετε την μουσική στη ζωή σας. Παραδείγματος χάρη η προσωπική ή κοινωνική απελπισία μιας τυραννισμένης ψυχής καθρεπτίζεται ενδεχομένως καλύτερα σε ένα έργο με μεγάλες ρυθμικές διακυμάνσεις παρά σε ένα ήρεμο μουσικό κομμάτι με πολύ απαλό ρυθμό το οποίο δεν θα την καλύπτει. Ενώ ένα άτομο το οποίο δεν νιώθει τυραννισμένο και αγανακτισμένο θα προτιμήσει να ακούσει ένα κομμάτι που συμβαδίζει με την ήρεμη ψυχολογία του. Από την άλλη ένας ερωτευμένος ή κάποιος που έχει την ανάγκη από ερωτική ανταπόκριση θα προτιμήσει μουσικά κομμάτια τα οποία συγκινούν την ψυχή του, ώστε να του δημιουργήσουν αυτή την συγκινησιακή φόρτιση που και ο ίδιος ο έρωτας του έχει φέρει.
Ακούμε λοιπόν τα μουσικά κομμάτια τα οποία ,κατά κύριο λόγο με τις ηχητικές δονήσεις της μουσικής τους και έπειτα με τους στίχους τους , νιώθουμε ότι κυλάνε στους ψυχολογικούς ρυθμούς μας. Νιώθουμε δηλαδή να αγκαλιάζει η μουσική την ψυχή μας και εκείνη να μπορεί να ηρεμεί, να αναζωογονείται ή να παίρνει δύναμη για να συνεχίσει την καθημερινότητά της.Αυτός είναι και ο λόγος που η μουσική συνδέεται με διάφορες τέχνες όπως πχ με τον χορό. Ή και ο λόγος που επιλέγονται συγκεκριμένα μουσικά κομμάτια στην διαδικασία της μουσικοθεραπείας κατά την οποία άτομα τα οποία δεν μπορούσαν να απελευθερωθούν ψυχικά με άλλους τρόπους μέσα από την μουσική βρήκαν την ψυχική γαλήνη τους.

Όλα τα μουσικά είδη έχουν τους θαυμαστές τους. Από την όπερα μέχρι τα βαριά ροκ. Είναι όλα μουσική. Δεν υπάρχει καλύτερο ή χειρότερο είδος μουσικής απλά υπάρχει διαφορετική ψυχολογική ανάγκη έκφρασης των συναισθηματικών μας.
Ακούστε λοιπόν μουσική και αφήστε τη ζωή σας να κυλάει συνειδητά στους ρυθμούς της..


Της  ΕΥΑΣ ΣΜΥΡΛΗ
Πηγή:  hur-reporters.blogspot.com
read more “Η μουσική είναι μια ανθρώπινη έμφυτη ανάγκη για την έκφραση του ψυχικού μας κόσμου”

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Jukebox

Το Jukebox είναι ένα ημιαυτόματο μηχάνημα αναπαραγωγής μουσικής. Πήρε τ' όνομά του από την λέξη jook ή juke, που στην αφροαμερικάνικη αργκό σημαίνει χορός, πανδαιμόνιο, και τη λέξη box, που σημαίνει κουτί. Δημιουργός του ήταν ο Λούις Γκλας, ένα τοπικό στέλεχος της «Τζένεραλ Ηλέκτρικ». Μέσα σε ξύλινο κουτί τοποθέτησε ένα φωνογράφο Έντισον με 4 ακουστικούς σωλήνες και μία υποδοχή για νομίσματα. Ο καθένας με 5 σεντς μπορούσε να ακούσει το αγαπημένο του τραγούδι.
Το πρώτο τζουκ-μποξ τοποθετήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1889 σ' ένα σαλούν του Σαν Φρανσίσκο, εντυπωσιάζοντας τους θαμώνες του.
Στις αρχές του 20ου αιώνα οι κύλινδροι αντικαθίστανται από πλάκες γραμμοφώνου και αργότερα με δίσκους 45 στροφών. Το 1927 γίνεται ηλεκτρικό.
Το τζουκ-μποξ γνώρισε μεγάλη άνθηση στις ΗΠΑ την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης και της Μεγάλης Ύφεσης τη δεκαετία του '30. Το συναντάμε σε εστιατόρια, μπαρ (νόμιμα και παράνομα) και κλαμπ, όπου ο κόσμος μπορούσε να ακούσει τις αγαπημένες του επιτυχίες, να χορέψει και να ξοδέψει.
Στις μέρες μας, το τζουκ-μποξ είναι συλλεκτικό αντικείμενο, ιδιαίτερα τα «Βούρλιτζερ», που είναι αληθινά έργα τέχνης. Στην αγορά κυκλοφορούν τζουκ μποξ, που παίζουν CD, ακόμη και MP3.
Το τζούκμποξ είναι ταυτισμένο στο λαϊκό υποσυνείδητο με την έκρηξη του
Rock 'n' Roll και στη χώρα μας με τους λαϊκούς καημούς της δεκαετίας του '50 και του '60.
read more “Jukebox”

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

Imagine

Το δεύτερο προσωπικό άλμπουμ του Τζον Λένον μετά την διάλυση των Beatles. Κυκλοφόρησε στις 9 Σεπτεμβρίου 1971 από την Apple (EMI) και περιέχει 10 τραγούδια, με κορωνίδα το διαχρονικό «Imagine». Είναι το πιο δημοφιλές άλμπουμ του Λένον, με πωλήσεις έως και τις μέρες μας. To «Imagine» ηχογραφήθηκε μέσα σε 12 ημέρες, από τις 23 Ιουνίου έως τις 5 Ιουλίου 1971, στο προσωπικό στούντιο του Λένον στο Άσκοτ, με παραγωγούς τον ίδιο, τη Γιόκο Όνο και τον σπουδαίο Φιλ Σπέκτορ. Ως προς τη θεματολογία του, δεν διαφέρει και πολύ από το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, το προκλητικό και αγχωτικό «John Lennon Plastic Ono Band», που είχε κυκλοφορήσει λίγους μήνες νωρίτερα (11 Δεκεμβρίου 1970). Είναι, όμως, μια συλλογή τραγουδιών με πιο γλυκερές μελωδίες, «με κουβερτούρα σοκολάτας για λαϊκή κατανάλωση», όπως έχει πει χαρακτηριστικά ο Λένον. Αυτό σε τίποτα δεν αναιρεί την ποιότητα των τραγουδιών, που όμοιά τους δεν θα ξαναγράψει ο δημιουργός τους στα δέκα χρόνια ζωής που του απέμεναν.
Το τραγούδι που κυριαρχεί στο άλμπουμ είναι φυσικά το «Imagine», μία διαχρονική έκκληση για την παγκόσμια ειρήνη, για έναν κόσμο χωρίς θεούς, κράτη, ιδιοκτησία και κοινωνικές τάξεις. «Είναι το δικό μου Κομμουνιστικό Μανιφέστο» είχε δηλώσει κάποτε ο Λένον. Στο ίδιο μήκος κύματος το «Ι Don't Want to Be a Soldier», ένα αντιπολεμικό κομμάτι, σε μια εποχή που μαινόταν ο πόλεμος στο Βιετνάμ.
Το «Jealous Guy» είναι ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια του Λένον, με κοντά στις 100 διασκευές. Γράφτηκε κατά την παραμονή των Μπιτλς στην Ινδία το 1968 και στις συναντήσεις τους με τον γκουρού Μαχαρίσι Μαχές. Τα «Oh My Love» και «How?» αναφέρονται στις εμπειρίες του ζευγαριού από την ψυχανάλυση, ενώ το «Oh Yoko!» είναι ένας ύμνος του Λένον στη γυναίκα του.
Η αγάπη του Λένον για το ροκ εν ρολ εκδηλώνεται στα τραγούδια «Cripple Inside», «It's So Ηard» και στο προκλητικό «Gimme Some Truth». Το «How Do You Sleep?» είναι μια ενδομπητλική κόντρα, με τη συμμετοχή του Τζορτζ Χάρισον, μία ευθεία απάντηση του Λένον στον Πολ ΜακΚάρτνεϊ, ο οποίος του είχε επιτεθεί συγκεκαλυμμένα μέσα από το άλμπουμ του «Ram» (28 Μαΐου 1971).
To «Imagine» έγινε θερμά δεκτό από το κοινό, ανεβαίνοντας στο Νο1 του αμερικανικού και βρετανικού πίνακα επιτυχιών. Το ομώνυμο τραγούδι ανέβηκε και πάλι στην κορυφή μετά τη δολοφονία του Λένον τον Δεκέμβριο του 1981. Το 2003 το μουσικό περιοδικό Rolling Stone τοποθέτησε το «Imagine» στην 76η θέση του καταλόγου με τα 500 καλύτερα άλμπουμ της ποπ μουσικής.
Τα τραγούδια του άλμπουμ
1. «Imagine» (Lennon) 3:01
2. «Crippled Inside» (Lennon) 3:47
3. «Jealous Guy» (Lennon) 4:14
4. «It's So Hard» (Lennon) 2:25
5. «I Don't Wanna Be a Soldier Mama» (Lennon) 6:05
6. «Gimme Some Truth» (Lennon) 3:16
7. «Oh My Love» (Lennon/Ono) 2:44
8. «How Do You Sleep?» (Lennon) 5:36
9. «How?» (Lennon) 3:43
10. «Oh Yoko!» (Lennon) 4:20






























read more “Imagine”

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Μισιρλού

Τραγούδι που ξεκίνησε από την Ελλάδα ως ρεμπέτικο κι έγινε παγκόσμια επιτυχία, γνωρίζοντας διασκευές σε διαφορετικά μουσικά στυλ (τζαζ, οριεντάλ, κλέζμερ, σερφ-ροκ, γκαράζ-ροκ κ.ά.). Μισιρλού σημαίνει γυναίκα από το Μισίρι (Μισρ=Αίγυπτος στα αραβικά) και αναφέρεται σε μουσουλμάνα της Αιγύπτου, καθότι τη χριστιανή της περιοχής την ονομάζουμε Αιγυπτιώτισσα.

Η «Μισιρλού» είναι ένα αργό ζεϊμπέκικο, που πρωτακούστηκε στην Αθήνα γύρω στο 1927 από την κομπανία του Δημήτρη Πατρινού, ενός σμυρνιού μουσικού, που ήρθε στην πρωτεύουσα με το κύμα των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Το τραγούδι αναφέρεται στον έρωτα ενός χριστιανού για μια μουσουλμάνα, θέμα - ταμπού για εκείνη την εποχή και όχι μόνο. Η μελωδία είτε προϋπήρχε και ήταν οικείο άκουσμα στον ευρύτερο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είτε αποτελεί ομαδική δουλειά της κομπανίας του Πατρινού. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Πατρινός έγραψε τους στίχους.

Η διεθνής πορεία του τραγουδιού ξεκίνησε το 1930 από τις ΗΠΑ, με την κυκλοφορία του από τη δισκογραφική εταιρεία Orthophonic του ελληνοαμερικανού Τίτου Δημητριάδη. Το 1941 ένας άλλος ελληνοαμερικανός, ο μουσικός Νίκος Ρουμπάνης του άλλαξε τον τόνο και τη μελωδία, δίνοντάς του τον ανατολίτικο ήχο με τον οποίο είναι γνωστό σήμερα. Φρόντισε, μάλιστα, να κατοχυρώσει το όνομά του ως συνθέτης του τραγουδιού. Καθώς κανείς δεν του αμφισβήτησε το δικαίωμα αυτό, ο Ρουμπάνης εμφανίζεται ως συνθέτης της «Μισιρλούς» σε όλο τον κόσμο εκτός από την Ελλάδα.

Αμέσως μετά τη διασκευή του Ρουμπάνη, το τραγούδι εντάχθηκε στο ρεπερτόριο μεγάλων ορχηστρών της εποχής του σουίνγκ, όπως του Χάρι Τζέιμς, του Γούντι Χέρμαν και του Ξαβιέ Κούγκατ. Όμως, η μεγάλη επιτυχία για τη «Μισιρλού» ήλθε στις αρχές της δεκαετίας του '60 από καλλιτέχνες του Surf-Rock. Την αρχή έκανε ο κιθαρίστας Ντικ Ντέιλ, ένας μουσικός με λιβανέζικες ρίζες (Ρίτσαρντ Μανσούρ το πραγματικό του όνομα), όταν ένας θαμώνας στο κλαμπ που εμφανιζόταν τον προκάλεσε να παίξει ένα σόλο με μία μόνο χορδή της κιθάρας. Αυτός διάλεξε τη «Μισιρλού» για να ανταποκριθεί στην πρόκληση. Το 1963, οι σπουδαίοι The Beach Boys παρουσίασαν στο άλμπουμ τους «Surfin' USA» μια εκτέλεση του τραγουδιού παρόμοια με αυτή του Ντέιλ, κάνοντας έτσι τη «Μισιρλού» τμήμα της surf παράδοσης, αλλά και της αμερικάνικης ποπ κουλτούρας.

Το 1994 η «Μισιρλού» στην εκτέλεση του Ντικ Ντέιλ ήλθε και πάλι στο προσκήνιο, καθώς ακουγόταν στην καλτ ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο «Pulp Fiction», ενώ το 2006 ξανάγινε δημοφιλής, όταν αποτέλεσε τη βάση για το τραγούδι των Black Eyed Peas, «Pump it». Αξιοσημείωτη είναι και η εκδοχή του γνωστού κουαρτέτου εγχόρδων «The Kronos Quartet», που συμπεριέλαβε τη «Μισιρλού» στο άλμπουμ τους «Caravan» (2000) με τον τίτλο «Misirlou Twist».

Στην Ελλάδα, τη «Μισιρλού» έχουν τραγουδήσει αρκετοί καλλιτέχνες, όπως η Δανάη, η Σοφία Βέμπο και ο Νίκος Γούναρης. Το ροκ συγκρότημα των Last Drive (άλμπουμ «Underworld Shakedown» του 1986) και η γκαράζ μπάντα των Sound Explosion («Misirlou the Greek»).

Το 2004, η «Μισιρλού» επιλέχτηκε από την οργανωτική επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας ως ένα από τα πιο γνωστά ελληνικά τραγούδια όλων των εποχών, και ακούστηκε στην τελετή λήξης από την απόλυτη ελληνίδα σταρ, Άννα Βίσση. Στο τεύχος Μαρτίου 2005 το αγγλικό μουσικό περιοδικό Q δημοσίευσε έναν κατάλογο με τα 100 κορυφαία 100 κιθαριστικά τραγούδια. Η «Μισιρλού» στη διασκευή του Μτικ Ντέιλ κατέλαβε την 89η θέση.

Πηγή:  sansimera.gr
read more “Μισιρλού”

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

Μάνος Ξυδούς 1953 – 2010

Ο Μάνος Ξυδούς γεννήθηκε στις 15 Μαΐου του 1953 στους Αγίους Αναργύρους, από πατέρα Μήλειο και μητέρα Κρητικιά.

Η πρώτη του επαφή με τη μουσική ήταν στα νεανικά του χρόνια, όταν έπιασε δουλειά ως κλητήρας στην τότε Columbia στη Ριζούπολη. Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο έδωσε εξετάσεις και πέρασε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών Επιστημών και όταν τελείωσε τη σχολή σπούδασε marketing. Η μουσική όμως κυλούσε στις φλέβες του, γι' αυτό και παράλληλα με τις σπουδές του δούλευε ως DJ στις «Καρυάτιδες» της Πλάκας.

Συνέχισε να εργάζεται στη ΜΙΝΩΣ-EMI, απεσταλμένος στην Κρήτη ως πωλητής. Έμεινε εκεί τρία χρόνια και απέκτησε μεγάλη εμπειρία, η οποία του έδωσε τη δυνατότητα να αντιληφθεί με ποια κριτήρια αγοράζει ο κόσμος τους δίσκους, πράγμα που αποδείχτηκε μεγάλο προτέρημα όταν ασχολήθηκε αργότερα με τις παραγωγές και το marketing.

Κομβικό σημείο στη ζωή και την καριέρα του υπήρξε στα τέλη της δεκαετίας του '80 η συνάντησή του με τους Πυξ Λαξ, το νεαρό τότε φιλόδοξο συγκρότημα, που έμελλε να φέρει νέο αέρα στην ελληνική δισκογραφία. Ο Μάνος Ξυδούς ήταν πλέον Marketing Director στη ΜΙΝΩΣ-EMI, ενώ ως παραγωγός είχε στο ενεργητικό του χρυσούς και πλατινένιους δίσκους. Επίσης, είχε κάνει ήδη μία μεγάλη επιτυχία με τους «Dreamer and the fool moon» και το τραγούδι «Sandrina», σε αγγλικούς στίχους. Αυτό το maxi single πούλησε 49.000 αντίτυπα και ανέβηκε στις πρώτες θέσεις των καταλόγων της Ιταλίας, της Ελβετίας, της Γαλλίας κ.ά.

Ο Ξυδούς ανέλαβε την παραγωγή του πρώτου και του τρίτου δίσκου των Πυξ Λαξ. Σύντομα, όμως, έγινε μέλος του συγκροτήματος, γράφοντας στίχους, μουσική και κάνοντας φωνητικά. Μαζί τους έζησε τις δόξες, τις εμπειρίες, τις συναυλίες, την αποδοχή και τη διάλυση.

Μετά τη διάλυση του γκρουπ συνέχισε να δραστηριοποιείται ως τραγουδοποιός, κάνοντας προσωπικούς δίσκους και συνεργαζόμενος με άλλους καλλιτέχνες, όπως ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Πάνος Κατσιμίχας και οι Όναρ.

Πέθανε στις 13 Απριλίου του 2010, από ανακοπή καρδιάς, κατά τη διάρκεια πρόβας στο γήπεδο του Νέου Φαλήρου.

Προσωπική Δισκογραφία
Κανάστα (2005)
Περιμένοντας το νέκταρ (2006)
Βράδιασε, τα ξαναλέμε (2007)
Μέχρι να πάρεις παγωτό, σε βρίσκει ο χειμώνας (συμμετοχή στον Πάνο Κατσιμίχα) (2007)
Τ' αστέρια θα 'ναι πάντα μακριά (2008)

Πηγή:  sansimera.gr
read more “Μάνος Ξυδούς 1953 – 2010”

Elvis Presley -"The King" 1935-1977

Γέννηση 8 Ιανουαρίου 1935 Τουπέλο, Μισισιπής
Θάνατος 16 Αυγούστου 1977 (42 ετών)
Μέμφις, Τενεσί


Ο Έλβις Άρον Πρίσλεϊ (8 Ιανουαρίου 1935 - 16 Αυγούστου 1977) γεννήθηκε στο Τουπέλο του Μισισίπι. Γνωστός και με το ψευδώνυμα "Βασιλιάς της Rock 'n' Roll" και "Βασιλιάς" (αγγ. "The King"), ήταν τραγουδιστής, μουσικός και ηθοποιός ενώ θεωρείται από πολλούς ως ένας από τους μεγαλύτερους διασκεδαστές των τελευταίων 50 ετών.

Ξεκίνησε τραγουδώντας μουσική rockabilly για την εταιρεία Sun Studios, με πολλά κομμάτια rhythm and blues, gospel και country, ενώ ο συνδυασμός όλων αυτών των οδήγησε προς την καθαρή rock & roll μουσική. Επιτυχία γνώρισε όμως και με μπαλάντες αλλά και με κομμάτια country, μπλουζ, ποπ, φολκ, αγγίζοντας κάποιες στιγμές ακόμη και τη τζαζ. Μπορούσε να φέρει εις πέρας έναν πολύ μεγάλο αριθμό ειδών μουσικής, πάντα με την ίδια επιτυχία, χάρη στην άκρως προσαρμόσιμη φωνή του.
Ο Έλβις Πρίσλεϊ κυκλοφόρησε 75 albums ανάμεσα στο 1956 και το 1977. Υπολογίζεται πως έως και σήμερα έχουν πουληθεί πάνω από 1 δισεκατομμύριο αντίτυπα, περισσότερα από κάθε άλλο καλλιτέχνη. Πολλά από αυτά έγιναν χρυσά ή πλατινένια, ακόμη και περισσότερες από μια φορές. Εκτός αυτών, τιμήθηκε με 14 υποψηφιότητες για βραβείο Grammy, εκ των οποίων 3 φορές ήταν και ο νικητής. Στην ηλικία των 36 ετών τιμήθηκε με το Grammy Lifetime Achievement Award για το σύνολο της καριέρας του.
Εκτός της καριέρας στη μουσική, ο Πρίσλεϊ συμμετείχε και σε 33 κινηματογραφικές ταινίες. Αν και οι κριτικοί ποτέ δεν τις σχολίασαν με διθυράμβους, ήταν ιδιαίτερα κερδοφόρες. Ακόμη, ιστορικές έχουν μείνει οι τηλεοπτικές εμφανίσεις του και τα ειδικά αφιερώματα που του έγιναν.
Πέθανε πρόωρα το 1977 σε ηλικία 42 ετών από καρδιακή αρρυθμία, ένας θάνατος που ήρθε πιο γρήγορα κυρίως λόγω της κακής διατροφής, των εξουθενωτικών ωραρίων αλλά και των φαρμάκων που χρησιμοποιούσε σε μεγάλες ποσότητες. Παρόλα αυτά, μετά το θάνατο του, υπήρξε σύγχυση, ακόμη και φημολογία πως ο Πρίσλεϊ ζει έως και σήμερα.

Πρώτα χρόνια
Ο Έλβις γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1935 στις 4:35 π.μ. στο Τουπέλο του Μισισίπι, σε ένα σπίτι που αριθμούσε δύο δωμάτια. Γονείς του ήταν οι Βέρνον Πρίσλεϊ και Γκλάντυς Λαβ Σμιθ, οι οποίοι, όπως πολλοί περιγράφουν, ήταν πολύ προστατευτικοί προς αυτόν, ενώ ο ίδιος είχε μια ασυνήθιστα στενή σχέση με τη μητέρα του. Ο δίδυμος αδερφός του, Τζέσυ Γκάρον, πέθανε κατά τη γέννα, αφήνοντας έτσι τον Έλβις να ζήσει σαν μοναχοπαίδι. Ο Έλβις, στη μνήμη του πρόωρα χαμένου αδελφού του, χρησιμοποιούσε σαν μεσαίο όνομα το Aron αντί του Aaron που ήταν και το κανονικό.
Το 1941, ο Έλβις ξεκίνησε το σχολείο. Οι συμμαθητές του τον πείραζαν συνεχώς καθώς έδειχνε ξένος σε σχέση με αυτούς. Σύμφωνα με τους καθηγητές του, ήταν ένα καλό παιδί και ένας μέτριος μαθητής. Το 1945 ο Έλβις αποκτά τη πρώτη του κιθάρα. Εν έτη 1946, ο Πρίσλεϊ αλλάζει σχολείο, αλλά το 1948 η οικογένεια μετακομίζει στο Μέμφις του Τενεσί, όπου και πάλι έμειναν σε φτωχικές γειτονίες. Ο νεαρός Έλβις πήγαινε στις Συνάξεις του Θεού και εκεί επηρεάζεται ιδιαίτερα από τη μπλουζ μουσική αλλά και από την gospel. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του το 1953, ο Πρίσλεϊ έκανε διάφορες δουλειές όπως οδηγός φορτηγού, ενώ δούλεψε και σε συνεργείο.

Το ξεκίνημα στη μουσική
Στις 18 Ιουλίου 1953, ο Πρίσλεϊ πληρώνει $3.25 για να ηχογραφήσει ένα δίσκο στη Sun Studios με τα τραγούδια My Happiness και That's When Your Heartaches Begin. Ο Πρίσλεϊ έδωσε αυτό το δίσκο στη μητέρα του, ως δώρο για τα γενέθλια της. Επέστρεψε στη Sun Studios στις 4 Ιανουαρίου 1954 και πλήρωσε $8.25 για να ηχογραφήσει ένα δεύτερο δίσκο με τα τραγούδια I'll Never Stand in Your Way και It Wouldn't Be the Same Without You. Ο ιδρυτής του μικρού στούντιο ηχογραφήσεων, Σαμ Φίλιπς, ο οποίος είχε ήδη ηχογραφήσει καλλιτέχνες όπως οι Howlin' Wolf, James Cotton, B.B. King και Little Milton, έψαχνε για έναν λευκό με νέγρικο ήχο και συναίσθημα. Ο Πρίσλεϊ εμφανίστηκε στη κατάλληλη χρονική στιγμή, οπότε στις 26 Ιουνίου1954 αυτός και η συνεργάτης του, Marion Keisker, τον καλούν στο στούντιο για ένα δοκιμαστικό.
Ο Έλβις έπαιξε με τους Scotty Moore και Bill Black αλλά αρχικά το δοκιμαστικό κρίθηκε αποτυχημένο. Κατά την διάρκεια μιας πρόβας όμως πάνω στο τραγούδι That's All Right, ο Phillips έκρινε το αποτέλεσμα ικανοποιητικό και στις 19 Ιουλίου 1954 το έδωσε στη κυκλοφορία. Ο δίσκος έγινε επιτυχία και η φήμη του Πρίσλεϊ άρχισε να εξαπλώνεται, παρά τις όποιες διαμαρτυρίες υπήρξαν γύρω από τη μουσική του. Το δεύτερο single του με τα Good Rockin' Tonight και I Don't Care if the Sun Don't Shine κυκλοφόρησε στις 25 Σεπτεμβρίου 1954. Η καριέρα του αρχίζει να παίρνει εθνικές διαστάσεις, όταν στις 28 Ιανουαρίου 1956 μαζί με τους Moore, Black και D.J. Fontana έκαναν την πρώτη τους τηλεοπτική εμφάνιση στην εκπομπή Stage Show, σε μια σειρά οκτώ παραστάσεων.

Ο Presley και ο Tom Parker
Ιστορική στιγμή για τη καριέρα και τη πορεία του Έλβις στάθηκε η γνωριμία του με τον Τομ Πάρκερ (γνωστό και σαν "συνταγματάρχη" - en. "Colonel"), ο οποίος πήρε και το πλήρη έλεγχο της καριέρας του. Ο Πάρκερ μετέφερε τον Πρίσλεϊ από την Sun Studios στην RCA Records στις 25 Νοεμβρίου 1955, εξαγοράζοντας το συμβόλαιο του με τη Sun για $35,000. Το πρώτο single του Έλβις για την RCA, Heartbreak Hotel πούλησε πολύ γρήγορα ένα εκατομμύριο αντίτυπα.
Ο Πάρκερ ήταν ένας από τους καλύτερους στη δουλειά του και έκανε τα πάντα για να προωθήσει ακόμη περισσότερο τον Πρίσλεϊ, κλείνοντας μια σειρά από τηλεοπτικές εμφανίσεις. Ακόμη, έκλεισε στον Έλβις επταετές συμβόλαιο με κινηματογραφικό στούντιο, κάτι που οδήγησε στην παραμέληση της μουσικής καριέρας του για συμμετοχή σε ταινίες. Αυτές συνήθως ήταν musicals και σημάδεψαν τη μεταμόρφωση του Πρίσλεϊ από ένα επαναστάτη rocker σε διασκεδαστή για όλη την οικογένεια. Ο Πρίσλεϊ ξεκίνησε την κινηματογραφική του καριέρα με την ταινία Love Me Tender
ενώ κάποιες από τις καλύτερες ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε θεωρούνται τα Jailhouse Rock και King Creole

Η επιτυχία του Πρίσλεϊ οδήγησε τον ίδιο και τον Πάρκερ να μοιράζονται τα κέρδη ισόποσα. Με τα χρόνια, πολλά γράφτηκαν και ακούστηκαν για τον Τομ Πάρκερ, τα περισσότερα από αυτά επικριτικά.

Στρατιωτική Θητεία
Στις 20 Δεκεμβρίου 1957 ο Presley λαμβάνει το φύλλο πορείας του για την υποχρεωτική θητεία του στον Αμερικανικό στρατό. Στις 24 Μαρτίου του 1958 παρουσιάστηκε κανονικά στη μονάδα του στο Friedberg της Γερμανίας. Κατά την παραμονή του στα Γερμανικά εδάφη γνώρισε την 14-χρονη Priscilla Beaulieu, την κοπέλα που αργότερα θα παντρευόταν. Ο Presley επέστρεψε στα Αμερικανικά εδάφη στις 2 Μαρτίου 1960 και μερικές μέρες αργότερα του απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του λοχία.

1968: Η επιστροφή
Το άστρο του Presley είχε αρχίσει να τρεμοσβήνει την εποχή που ο ίδιος αφιερώνονταν εξ ολοκλήρου στη κινηματογραφική του καριέρα και η Βρετανική "επιδρομή" στις ΗΠΑ ήταν πλέον γεγονός, με τους Beatles να ηγούνται αυτής. Έως και τα τέλη της δεκαετίας του '60, ο Presley συμμετείχε σε μια σειρά ταινιών οι οποίες, αν και κερδοφόρες, δεν είχαν κάτι ιδιαίτερο να επιδείξουν όσον αφορά τη μουσική τους. Ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα απογοητευμένος από την πορεία που είχε πάρει η καριέρα του. Αυτό οδήγησε σε ένα μαγνητοσκοπημένο κονσέρτο που αργότερα ονομάστηκε "'68 Comeback Special", μεταδόθηκε από το NBC στις 3 Δεκεμβρίου 1968 και αργότερα κυκλοφόρησε σε album από την RCA. Ο Presley είχε να δώσει ζωντανή παράσταση από το 1961 στο Περλ Χάρμπορ.
Αν και δεν είχε τον τεράστιο προϋπολογισμό των κινηματογραφικών του ταινιών, ο Presley κατάφερε να βγάλει μέσα από αυτό μια παράσταση συναισθηματικού μεγαλείου, με ερμηνείες που τον έφερναν και πάλι πίσω στις ρίζες του rock 'n' roll. Απέφυγε να κάνει ένα απλό Χριστουγεννιάτικο σόου, όπως αρχικά αποσκοπούσε ο Tom Parker. Η επιστροφή του 1968 ακολουθήθηκε από ζωντανές συναυλίες το 1969, αρχικά στο Λας Βέγκας και έπειτα σε ολόκληρη την έκταση των ΗΠΑ, με αριθμό-ρεκόρ θεατών στις περισσότερες από αυτές. Παρ όλη την επιτυχία αυτών , ήταν η αρχή μιας νέας εποχής για τον Elvis, κατά την οποία απομακρύνθηκε από τα "ρεύματα" που εκείνη την εποχή είχαν παγιωθεί από τους Beatles και Rolling Stones. Πολλοί ήταν αυτοί που άσκησαν κριτική σε αυτήν την απομάκρυνση από τις ρίζες του.

Τα τελευταία χρόνια
Μετά από εφτά χρόνια μακρυά από τα charts, το τραγούδι του Presley "Suspicious Minds" έφτασε στο νούμερο 1 του Αμερικανικού Billboard στις 1 Νοεμβρίου 1969. Από το 1969 έως το 1971 θα κυριαρχήσει στις πωλήσεις δίσκων σε πολλές χώρες, με 20 συνεχόμενες επιτυχίες. Μετά από μια δεκαετία κινηματογραφικών ταινιών, η δεκαετία του '70 σηματοδότησε την επιστροφή του καλλιτέχνη σε μια καθαρά μουσική καριέρα. Η αρχή έγινε με το single "Kentucky Rain" το οποίο μόνο στις ΗΠΑ πούλησε πάνω από 500.000 αντίτυπα. Ακολούθησε μια σειρά επιτυχημένων δίσκων και παραστάσεων, όπως τα "Elvis Country", "Love Letters", "That’s The Way It Is" κ.α. Το 1973, η χρονιά ξεκίνησε με δύο παραστάσεις στη Χαβάη, μια από τις οποίες μεταδόθηκε ζωντανά σε όλο το κόσμο μέσω δορυφόρου και τη παρακολούθησαν πάνω από 1 δισεκατομμύριο τηλεθεατές. Κυκλοφόρησε και σε album με την ονομασία "Aloha from Hawaii via Satellite".
Παρά τις επιτυχίες και ιδιαίτερα μετά το διαζύγιο του το 1973, ο Presley άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα απόμακρος και να παίρνει συνεχώς βάρος, ενώ μάχονταν και από μια εξάρτηση στα φάρμακα με συνταγή, τα οποία είχαν μεγάλο αντίκτυπο στην εμφάνιση του αλλά και στην απόδοση του πάνω στη μουσική. Παρά τα όποια προβλήματα, ο Presley συνέχισε τις συναυλίες και τα νέα albums για τα επόμενα χρόνια. Το 1977 βρήκε το Presley να μάχεται με τον εαυτό του, καθώς είχε μετατραπεί σε μια καρικατούρα αυτού που ήταν πριν μερικά χρόνια. Πολλές συναυλίες δεν δόθηκαν καθόλου ενώ δεν ήταν λίγες αυτές στις οποίες το ηχητικό αποτέλεσμα ήταν κάτω του μετρίου. Μαχόμενος με την πολύ κακή του υγεία, έκανε τη τελευταία του ζωντανή εμφάνιση στην Ιντιανάπολις, στις 26 Ιουνίου 1977.

Θάνατος και ταφή
Στις 16 Αυγούστου 1977 στο Μέμφις του Τενεσί, ο Elvis βρέθηκε ξαπλωμένος στο πάτωμα από τη μνηστή του Ginger Alden, στο σπίτι του, την βίλα Graceland, στο Μέμφις του Τενεσί. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Baptist Memorial όπου και στις 3:30 μ.μ. ανακοινώθηκε ο θάνατος του. Ο Elvis Presley έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 42 ετών. Σε μια συνέντευξη τύπου που δόθηκε αργότερα, οι γιατροί ανακοίνωσαν πως ο θάνατος επήλθε από καρδιακή αρρυθμία η οποία προκλήθηκε από μια μεγάλη δόση φαρμάκων.
Η κηδεία του Presley ήταν ένα εθνικό γεγονός, ενώ την παρακολούθησαν εκατοντάδες χιλιάδες φίλοι του, θαυμαστές και δημοσιογράφοι. Η ταφή του Presley αρχικά έγινε στο νεκροταφείο του Forest Hill στο Μέμφις, δίπλα από τη μητέρα του, αλλά για λόγους ασφαλείας οι σωροί μεταφέρθηκαν στη Graceland. Μετά το θάνατο του άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φημολογίες, από τον τρόπο με τον οποίο πέθανε μέχρι και το αν βρίσκεται ακόμη στη ζωή.

Φωνητικά χαρακτηριστικά
Ο Elvis Presley ήταν ένας βαρύτονος του οποίου η φωνή είχε τεράστια όρια και πολυποίκιλα ηχοχρώματα. Κάλυπτε δύο οκτάβες και 1/3, με πιο ιδανική για τον Presley τη μεσαία οκτάβα. Η φωνή του θύμιζε σε πολλά αυτή των rhythm-and-blues και gospel τραγουδιστών, τα μουσικά βήματα των οποίων άλλωστε ακολούθησε και ο ίδιος.

Μουσικές ρίζες
Ακόμη και στη δεκαετία του '60 , σε μια εποχή που ο ρατσισμός βρίσκονταν στο αποκορύφωμα του, ο Presley πάντα έδειχνε την αγάπη του για την Αφρο-Αμερικάνικη μουσική και εξέφραζε αβίαστα το πόσα οφείλει σε καλλιτέχνες όπως οι B. B. King, Arthur Crudup, Jackie Wilson, Robert Johnson, Ivory Joe Hunter και Fats Domino.
Έως και τα μέσα του 20ού αιώνα, οι μαύροι καλλιτέχνες είχαν ελάχιστες πωλήσεις δίσκων, βγάζοντας μόνο τα προς το ζην. Αλλα απο τη στιγμή που ο Elvis αγόρασε τη μουσική του Otis Blackwell και συνεργάστηκε με τον στιχουργό Claude Demetrius, η μουσική βιομηχανία πέρασε σε μια νέα διάσταση.
Δεν ήταν λίγοι όμως αυτοί που κατηγόρησαν τον Presley πως απλώς κλέβει την Αφρο-Αμερικανική μουσική. Σύμφωνα με τον καθηγητή Michael T. Bertrand του πανεπιστημίου του Τένεσι, ο Presley δανείστηκε απο τους μάυρος ακριβώς όσα δανείστηκε απο τους λευκούς και πως όσοι υποστηρίζουν κάτι τέτοιο απλώς δεν γνωρίζουν τις πολλαπλές επιρροές που είχε. Ουσιαστικά, η εκκλησιαστική μουσική gospel ηταν μια απο τις κύριες επιρροές για τη μετέπειτα πορεία του Elvis Presley και το κύριο θεμέλιο όλης της μουσικής του παιδείας.

"Η μαφία του Μέμφις" και άλλοι φίλοι
Ο καλλιτέχνης είχε πολλούς φίλους, με τους οποίους συνήθιζε να περνά αρκετές ώρες. Η παρέα αυτή αποκαλούνταν πολλές φορές από τον τύπο σαν η «μαφία τους Μέμφις». Μερικοί εξ αυτών ήταν οι Sonny West, Red West, Billy Smith, Marty Lacker και Lamar Fike.
Ένα άλλο κεφάλαιο ήταν οι άνθρωποι που είχαν επωμιστεί στις πλάτες τους την ασφάλεια του Elvis Presley, Red και Sonny West καθώς και ο Dave Hebler, οι οποίοι έδειχναν πίστη και αγάπη προς το πρόσωπο του Presley, ενώ δεν έλειπαν οι φορές που καλούνταν να το αποδείξουν έμπρακτα, ρισκάροντας την ίδια τους τη ζωή.

Presley και γυναίκες
Ο Presley, πέρα από τις σχέσεις που κατά καιρούς διατηρούσε, παντρεύτηκε τη Priscilla Beaulieu στις 1 Μαϊού 1967. Ο Presley γνωρίστηκε με τη Priscilla κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του στη Γερμανία. Εννιά μήνες μετά το γάμο τους, ο οποίος έγινε στις 1 Μαίου 1967, ήρθε στο κόσμο η μοναχοκόρη τους, Lisa Marie (1 Φεβρουαρίου 1968) η οποία σήμερα είναι τραγουδίστρια. Presley και Priscilla χώρισαν στις 23 Φεβρουαρίου 1972 και συμφώνησαν σε από κοινού επιμέλεια της κόρης τους.
Έξι μήνες μετά το χωρισμό με τη Priscilla, ο Presley γνώρισε την βασίλισσα της ομορφιάς, Linda Thompson, αλλά η σχέση τους θα χαρακτηρίζονταν περισσότερο σαρκική παρά οτιδήποτε άλλο. Τελευταία σύντροφος του Presley ήταν η Ginger Alden, η οποία έμελλε να είναι και αυτή που θα τον έβρισκε να έχει αφήσει την τελευταία του πνοή το 1977.

Graceland
Η Γκρέϊσλαντ βρίσκεται στον αριθμό 3764 της λεωφόρου Έλβις Πρίσλεϊ, πάνω σε ένα λόφο του προαστίου Whitehaven του Μέμφις, 8 μίλια μακρυά από το κέντρο της πόλης. Η κατοικία χτίστηκε αρχικά κατά τον Αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο (1861-1865) από τον εκδότη S.E. Toof, ενώ την μορφή που έχει σήμερα την πήρε το 1938
Από τους τότε ιδιοκτήτες της Dr. Thomas και Ruth Moore. Από την κόρη του ζεύγους, Ruth Marie, πωλήθηκε αργότερα στον Έλβις Πρίσλεϊ το 1957 προς $102,500, ενώ σήμερα κατοικεί σε αυτήν η Lisa Marie Presley.
Ο Πρίσλεϊ και οι γονείς του έμειναν στη Γκρέϊσλαντ από το 1957 έως και το τέλος της ζωής τους, μαζί και με την γιαγιά του Έλβις, Minnie Mae, η οποία ξεπέρασε τους απογόνους της και έφυγε από τη ζωή στις 8 Μαΐου 1980. Στη Γκρέϊσλαντ βρίσκονται θαμμένοι οι σωροί του Έλβις, της μητέρας του Γκλάντυς καθώς και της Minnie Mae.

Κληρονομιά και επιρροές
Το 1957 ο Presley ήταν ο πιο διάσημος διασκεδαστής σε όλο το κόσμο. Αυτό ενέπνευσε τραγουδιστές από πολλά μέρη του κόσμου να φτιάξουν τα δικά τους τραγούδια βασισμένα στη μουσική του Elvis Presley. Εν έτη 1959 εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Cliff Richard, ο αποκαλούμενος και σαν "Βρετανός Elvis" ενώ στη Γαλλία ο Johnny Hallyday είχε τον τίτλο του "Elvis της Γαλλίας". Παρόμοια συνέβη στην Ιταλία με τον Claude François και τον Bobby Solo. Όλοι τους ήταν φανερά επηρεασμένοι από τον νεαρό Elvis Presley.
Την εποχή που άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους και οι πρώτες ταινίες του, πολλοί ήταν αυτοί που μιμήθηκαν τον τρόπο με τον οποίο κινούνταν στη σκηνή ενώ όλο και περισσότεροι έφηβοι άρχισαν να υιοθετούν τον τρόπο με τον οποίο χτενιζόταν. Ένα μεγάλο κεφάλαιο έκανε την εμφάνιση του μετά το θάνατο του το 1977 και αυτό δεν ήταν άλλο από πους μίμους, τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να τον μιμηθούν στα πάντα, από τη φωνή μέχρι την εμφάνιση του.

Πέρα από τα υπόλοιπα επιτεύγματα του Presley, είναι και ένας από τους τέσσερις καλλιτέχνες (οι υπόλοιποι τρεις είναι οι Roy Orbison, Guns N' Roses και Nelly) που κατάφερε να έχει ανάμεσα στα πέντε καλύτερα δύο άλμπουμ του στο ίδιο chart. Έχει μπει στα Rock and Roll Hall of Fame, Country Music Hall of Fame και Gospel Music Hall of Fame. Το 1993 η μορφή του Elvis Presley έκανε την εμφάνιση της σε γραμματόσημο των Αμερικανικών ταχυδρομείων ενώ το σπίτι του στο Μέμφις έχει χαρακτηριστεί σαν εθνικό μνημείο.

read more “Elvis Presley -"The King" 1935-1977”

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Φρεντερίκ Σοπέν 1810 – 1849

Πολωνός πιανίστας και συνθέτης της Ρομαντικής περιόδου, που έγραψε ορισμένες από τις ωραιότερες συνθέσεις για πιάνο.

Η εκλεπτυσμένη πρωτοτυπία που χαρακτηρίζει το έργο του και η εξαιρετική δεξιοτεχνία του ως πιανίστα τον κατατάσσουν στους σημαντικότερους συνθέτες και πιανίστες όλων των εποχών.

Βαρσοβία
Ο Φρίντερικ Φραντσίσεκ Σόπεν (Fryderyk Franciszek Szopen) γεννήθηκε στην πόλη Ζελάσοβα Βόλα (50 χιλιόμετρα δυτικά της Βαρσοβίας) στις 22 Φεβρουαρίου 1810, όπως αναφέρεται στη ληξιαρχική πράξη γέννησης ή την 1η Μαρτίου 1810, όπως υποστήριζε ο ίδιος και η οικογένειά του. Ο πατέρας του, Νικολά Σοπέν, ήταν γάλλος εμιγκρέ, που εργαζόταν ως παιδαγωγός στην αριστοκρατική οικογένεια των Σκάρμπεκ, από την οποία καταγόταν η φτωχή μητέρα του Τέκλα Γιουστίνα Κζιζανόφσκα. Ο Νικολά Σοπέν είχε αποκτήσει πολωνική συνείδηση, αφού είχε λάβει μέρος στην εξέγερση του 1794 κατά των Πρώσων και των Ρώσων, που πάντα εποφθαλμιούσαν τα εδάφη της Πολωνίας. Ο Φρίντερικ ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας Σόπεν και το μόνο αγόρι. Η βάπτισή του έγινε στις 23 Απριλίου 1810 και έλαβε τα ονόματα Φρίντερικ (προς τιμήν του κόμη Σκάρμπεκ, εργοδότη του πατέρα του) και Φράντσισεκ (πολωνική εκδοχή του Φρανσουά, ονόματος του παππού του). Αργότερα, όταν θα μετακομίσει στο Παρίσι θα υιοθετήσει τη γαλλική εκδοχή του ονοματεπωνύμου του, Φρεντερίκ Φρανσουά Σοπέν (Frederic Francois Chopin), με το οποίο είναι γνωστός παγκοσμίως.

Σε ηλικία οκτώ μηνών, ο Φρειδερίκος μετακόμισε με την οικογένειά του στη Βαρσοβία, όπου ο πατέρας του ανέλαβε τη θέση του καθηγητή Γαλλικών στο Γαλλικό Λύκειο της πόλης. Από μικρός έδειξε την κλίση του στη μουσική, όταν προσπαθούσε να αναπλάσει αυτά που έπαιζαν στο πιάνο η μητέρα του Γιουστίνα και η μεγάλη αδελφή του Λουντβίκα. Το 1817 άρχισε μαθήματα πιάνου με τον πολυτάλαντο μουσικό Βόιτσιεχ Τσίβνι και τον επόμενο χρόνο (24 Φεβρουαρίου 1818) έδωσε το πρώτο του κοντσέρτο για φιλανθρωπικούς σκοπούς, ερμηνεύοντας το «Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα σε σολ ελάσσονα» του Άνταλμπερτ Γκίροβετς. Εν τω μεταξύ, είχε συνθέσει το πρώτο του έργο, μια «Πολωνέζα σε σολ ελάσσονα» και μέχρι τα δεκάξι του χρόνια το συνθετικό έργο είχε εμπλουτιστεί με άλλες πολωνέζες, μαζούρκες, παραλλαγές, σκωτικούς χορούς (ecossaises) κι ένα ρόντο. Η φήμη του «Σόπινεκ», όπως τον αποκαλούσε χαϊδευτικά ο Τύπος, γρήγορα εξαπλώθηκε και στη Βαρσοβία τον θεωρούσαν δεύτερο Μότσαρτ.

Το 1822, ο γερο-Ζίβνι είπε στον πατέρα του ότι δεν μπορούσε να προσφέρει τίποτα στον μαθητή του, αφού αυτός τον είχε ξεπεράσει σε πολλούς τομείς. Στις 23 Απριλίου 1821 συνέθεσε και αφιέρωσε στον καθηγητή του την «Πολωνέζα σε λα ύφεση μείζονα», που αποτέλεσε το αποχαιρετιστήριο δώρο του προς τον σπουδαίο δάσκαλο. Στα μέσα Ιουλίου του 1824, ο Φρειδερίκος παραπονέθηκε στη μητέρα του ότι τον τελευταίο καιρό ένιωθε ζαλάδες και μεγάλη αδυναμία. Ο πατέρας του σκέφθηκε ότι τα συμπτώματα αυτά οφείλονταν σε υπερκόπωση, αλλά ζήτησε και τη γνώμη του γιατρού, που παρακολουθούσε την κλονισμένη υγεία της αδελφής του Αιμιλίας, η οποία έπασχε από φυματίωση. Ο γιατρός διαπίστωσε ότι δεν επρόκειτο για υπερκόπωση, αλλά για εξασθένηση του οργανισμού του νεαρού παιδιού, του οποίου η υγεία δεν ήταν ποτέ καλή. Του συνέστησε να αλλάξει τρόπο ζωής, να πάει στην εξοχή και να ακολουθήσει ειδικό διαιτολόγιο.

Το 1826 οι γονείς του τον έγραψαν στο Ωδείο της Βαρσοβίας, το οποίο διηύθυνε ο συνθέτης Γιόζεφ Έλσνερ, από τον οποίον παλιότερα είχε λάβει μαθήματα πιάνου. Καλύτερο δάσκαλο δεν θα μπορούσε να βρει ο νεαρός Σοπέν, καθότι ο Έλσνερ, όντας ο ίδιος συνθέτης με ρομαντική αντίληψη, είχε συνειδητοποιήσει ότι η ευρηματικότητα του μαθητή του δεν θα έπρεπε να περιοριστεί από τη στείρα υποταγή στους ακαδημαϊκούς κανόνες. Τον Απρίλιο του 1827 η αδελφή του Αιμιλία ξεψύχησε στην αγκαλιά της μητέρα της, χτυπημένη από τη φυματίωση, που καθημερινά έστελνε εκατοντάδες ανθρώπους στον τάφο σε όλη την Ευρώπη. Ο Σοπέν συγκλονίστηκε από τον θάνατο της αδελφής του, ενώ η μητέρα του Γιουστίνα δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το φοβερό χτύπημα της μοίρας.

Τον Σεπτέμβριο του 1828 ο Σοπέν πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι εκτός Πολωνίας. Συνόδευσε στο Βερολίνο τον οικογενειακό φίλο Φέλιξ Γιαρότσκι, ο οποίος θα παρακολουθούσε ένα συνέδριο ζωολογίας. Εκεί, στην πρωτεύουσα της Πρωσίας, ο νεαρός Σοπέν άνοιξε τους καλλιτεχνικούς του ορίζοντες, παρακολουθώντας παραστάσεις όπερας και κοντσέρτα. Στο Βερολίνο γνώρισε τον σχεδόν συνομήλικό του Φέλιξ Μέντελσον, ο οποίος ήταν ήδη διάσημος. Στο ταξίδι της επιστροφής σταμάτησε στο Πόζναν, όπου φιλοξενήθηκε από τον πρίγκιπα Άντον Ράτζιβιλ, που ήταν συνθέτης και τσελίστας. Για να ανταποδώσει τη φιλοξενία του πρίγκηπα και της κόρης του Βάντα, που έπαιζε πιάνο, συνέθεσε την «Πολωνέζα για τσέλο και πιάνο σε ντο μείζονα, έργο 3».

Στις 15 Ιουλίου 1829 ο Σοπέν πήρε το πτυχίο του με άριστα, αποσπώντας τους θερμούς επαίνους του διευθυντή του Ωδείου, Γιόζεφ Έλσνερ, ο οποίος σημείωσε στο ημερολόγιό του: «Φρειδερίκος Σοπέν, σπουδαστής του τρίτου έτους. Ικανότητες εκπληκτικές, μουσική μεγαλοφυΐα. Ανοίγει νέα εποχή στη μουσική για πιάνο, τόσο με τη σπουδαία τεχνική στην ερμηνεία, όσο και με τις συνθέσεις του». Λίγο αργότερα, ο Σοπέν είδε τον Παγκανίνι σ' ένα ρεσιτάλ στη Βαρσοβία και θαμπώθηκε από την απίστευτη δεξιοτεχνία του. Προς τιμήν του συνέθεσε τις «Παραλλαγές σε λα μείζονα σε ανάμνηση του Παγκανίνι». Έπειτα από λίγες μέρες επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη Βιέννη, μουσικό κέντρο της εποχής, για να δώσει δύο κοντσέρτα. Ήταν όνειρο ζωής να επισκεφθεί την πρωτεύουσα των Αψβούργων, που έγινε με την οικονομική στήριξη των γονέων του, αφού η αίτησή του για υποτροφία απορρίφθηκε. Ο Σοπέν ενθουσίασε το δύσκολο κοινό της Βιέννης με το παίξιμό του, αλλά και με τα έργα του «Παραλλαγές στο La ci darem του Μότσαρτ» και το «Ρόντο αλά Κρακόβιακ». Ήταν 11 Αυγούστου 1829 και επτά μέρες αργότερα ο Σοπέν έδωσε τη δεύτερη συναυλία του στη Βιέννη, με εξίσου μεγάλη επιτυχία.

Επέστρεψε ευτυχισμένος στη Βαρσοβία, αλλά αποφασισμένος να ξαναγυρίσει στη Βιέννη το συντομότερο δυνατό. Τον Σεπτέμβριο του 1829 γνώρισε τον πρώτο αληθινό έρωτα της ζωής του στο πρόσωπο της Κωνσταντίας Γκλαντόφσκα, μιας νεαρής μαθήτριας του Ωδείου της Βαρσοβίας. Η ανθρώπινη φωνή αποτέλεσε αυτή την περίοδο την κύρια πηγή έμπνευσης, που καρποφόρησε στην εξαίρετη μελωδία των «Νυχτερινών» (Nocturnes) και τα λυρικά τμήματα των δύο κοντσέρτων για πιάνο. Στις 19 Δεκεμβρίου 1829 έκανε την πρώτου εμφάνισή του μπροστά στο κοινό της Βαρσοβίας, ερμηνεύοντας με άλλους καλλιτέχνες διάφορα έργα από το λυρικό ρεπερτόριο. Στις 17 Μαρτίου 1830 παρουσίασε για πρώτη φορά δημόσια στη Βαρσοβία δικά του έργα με το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2 σε φα ελάσσονα» (το αργό μέρος του οποίου ομολόγησε ότι το είχε γράψει σε ανάμνηση της Κωνσταντίας, που δεν είχε ανταποκριθεί στον ερωτά του) και τη «Φαντασία σε πολωνικές μελωδίες». Στις 11 Οκτωβρίου έπαιξε για πρώτη φορά ενώπιον κοινού το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1», που ακολουθεί χρονονολογικά το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2», παρά την αρίθμησή του.

Στις 2 Νοεμβρίου του 1830 ξεκίνησε από τη Βαρσοβία για το δεύτερο ταξίδι του στη Βιέννη. Έφτασε στην πρωτεύουσα των Αψβούργων στις 23 Νοεμβρίου και αναμένοντας να τον καλέσει κάποιος να παίξει πιάνο, πληροφορήθηκε για την εξέγερση των Πολωνών κατά των Ρώσων και θέλησε να επιστρέψει στη Βαρσοβία για να πολεμήσει. Οι γονείς του τον απέτρεψαν και τότε αποφάσισε να μεταβεί στο Παρίσι. Μέχρις ότου εκδοθεί το διαβατήριό του, μελοποιούσε πατριωτικά ποιήματα και συνέθετε θυελλώδη σόλο για πιάνο, όπως την «Πολωνέζα σε σολ ύφεση μείζονα», το «Σκέρτσο σε σι ελάσσονα, έργο 20» και τη «Σπουδή αρ. 12, έργο 10», γνωστή και ως «Επαναστατική». Όταν τελικά κατάφερε να φθάσει στη Γερμανία και έμαθε ότι η Βαρσοβία είχε πέσει στα χέρια των Ρώσων, η απελπισία του τον έφερε στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Παρίσι
Ο Σοπέν έφθασε στο Παρίσι στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, ύστερα από ένα δεκαπενθήμερο κοπιαστικό ταξίδι από τη Στουτγκάρδη. Η ηρεμία και η τάξη δεν είχαν ακόμη αποκατασταθεί στην πρωτεύουσα της Γαλλίας από την επανάσταση του 1830, που σήμανε την αλλαγή φρουράς στο γαλλικό θρόνο. Ο νέος βασιλιάς Λουδοβίκος - Φίλιππος, παρά τις φιλελεύθερες ιδέες του, δεν είχε κατορθώσει να ελέγξει τη δράση μιας μεγάλης μερίδας του γαλλικού λαού, που πίστευε στην εγκαθίδρυση της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Καθημερινό φαινόμενο ήταν οι διαμαρτυρίες και οι πορείες συμπάθειας για του κατατρεγμένους λαούς της Ευρώπης, ενώ πλήθος εμιγκρέδων έφθαναν καθημερινά στη Γαλλία. Το Παρίσι ήταν η πολιτιστική πρωτεύουσα του κόσμου, σε μια εποχή που οι καλλιτέχνες του Ρομαντισμού άνοιγαν νέους δρόμους στην αισθητική έκφραση. Τομή στα μουσικά πράγματα ήταν η πρεμιέρα της περίφημης «Φανταστικής Συμφωνίας» του Εκτόρ Μπερλιόζ στις 5 Δεκεμβρίου 1830, ενός αντισυμβατικού έργου, που ο δημιουργός του αδιαφόρησε για τη φόρμα και τους κανόνες, προς χάρη της έκφρασης των συναισθημάτων του.

Ο νεοφερμένος Φρειδερίκος Σοπέν εγκαταστάθηκε σ' ένα μικρό διαμέρισμα και με τις συστάσεις ενός βιεννέζου φίλου του γνωρίστηκε με καθιερωμένες μουσικές προσωπικότητες της γαλλικής πρωτεύουσας. Γρήγορα, όμως, βρήκε το περιβάλλον που του ταίριαζε στον κύκλο των πολωνών εμιγκρέδων και των νεώτερων συνθετών, στους οποίους ανήκαν οι Λιστ, Μπερλιόζ, Αλκάν, Μέντελσον, Μπελίνι, ο τσελίστας Ογκίστ Φρανσόν, ο ποιητής Χάινριχ Χάινε, ο ζωγράφος Ευγένιος Ντελακρουά και ο εξόριστος συμπατριώτης του πρίγκηπας Άνταμ Τσαρτορίσκι.. Η γαλλική πρωτεύουσα με το ένα εκατομμύριο κατοίκους εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή τον Σοπέν. «...Το Παρίσι διαθέτει ότι κανείς μπορεί να επιθυμήσει... Στο Παρίσι μπορείς να διασκεδάσεις, να πλήξεις, να γελάσεις, να κλάψεις, με λίγα λόγια να κάνεις ότι θελήσεις... Κανείς δεν σε προσέχει» γράφει σε επιστολή προς τον φίλο του Τίτο Βοϊσιεκόφκσι, με ημερομηνία 13 Δεκεμβρίου 1831.

Στις 26 Φεβρουαρίου του 1832 έδωσε την πρώτη συναυλία του στο σαλόνι του κατασκευαστή πιάνων Καμίγ Πλεγιέλ και ακολούθησε ένα κοντσέρτο στη μεγάλη αίθουσα του Ωδείου τον Μάιο, ενθουσιάζοντας κοινό και κριτικούς. Μόλις πριν από λίγο καιρό ο Ρόμπερτ Σούμαν είχε γράψει για τον Σοπέν: «Κύριοι , υποκλιθείτε σε μια ιδιοφυία!». Η γνωριμία του με την οικογένεια των Ρότσιλντ του άνοιξε νέους ορίζοντες και τον εισήγαγε στους κύκλους της γαλλικής αριστοκρατίας, όπου απέκτησε τη φήμη λαμπρού πιανίστα, συνθέτη και δασκάλου. Τα καινούργια έργα του αυτή την εποχή περιλάμβαναν την «Μπαλάντα σε σολ ελάσσονα» και τη «Φαντασία - Αυτοσχεδίασμα» («Fantaisie-Impromptu»), τη «Μεγάλη Πολωνέζα με το Αντάντε Σπιανάτο», καθώς και μικρότερες συνθέσεις, ανάμεσα στις οποίες πολλές μαζούρκες και πολωνέζες, εμπνευσμένες από έντονα εθνικιστικά αισθήματα.

Στις 16 Αυγούστου 1835 ο Σοπέν επισκέφθηκε τη λουτρόπολη του Κάρλσμπαντ, όπου συναντήθηκε με τους γονείς του για πρώτη φορά μετά την εγκατάστασή του στο Παρίσι. Στις 14 Σεπτεμβρίου ο Νικολά και η Γιουστίνα Σοπέν έσφιξαν στην αγκαλιά τους για τελευταία φορά τον διάσημο γιο τους. Δεν θα τον ξανάβλεπαν ποτέ. Στο δρόμο της επιστροφής στο Παρίσι τον Σεπτέμβριο σταμάτησε στη Δρέσδη για να συναντήσει τους παλιούς φίλους του, την οικογένεια Βοτσίνσκι. Το ενδιαφέρον του τράβηξε η κόρη τους Μαρία, μία γοητευτική και καλλιεργημένη κοπέλα 16 ετών, την οποία ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Τον επόμενο χρόνο τη ζήτησε σε γάμο, όταν παραθέριζε με την οικογένειά της στο Μαρίενμπαντ. Η Μαρία δέχθηκε, αλλά αντέδρασε η μητέρα της, κοντέσα Βοτζίνσκα, η οποία ανησυχούσε για τις φήμες σχετικά με την κατάσταση της υγείας του Σοπέν. Τα αισθήματα του Σοπέν για τη Μαρία Βοτζίνσκα αποτυπώνονται στα έργα του «Βαλς σε λα ύφεση μείζονα: Το βαλς του αποχαιρετισμού, έργο 69 αρ. 1» και «Σπουδή σε φα ελάσσονα, έργο 25/2».

Μετά το ναυάγιο του γάμου του με τη Μαρία Βοτζίνσκα, αναθερμάνθηκε το ενδιαφέρον του για την κατά τρία χρόνια μεγαλύτερή του κοντέσα Δελφίνη Ποτότσκα, προσφάτως διαζευγμένη, η οποία σχετιζόταν με το φίλο του ποιητή κόμη Ζίγκμουντ Κρασίνσκι. Η Δελφίνη έγινε για λίγο καιρό η μούσα του και γι' αυτή έγραψε το περίφημο «Βαλς σε ρε ύφεση μείζονα», γνωστό και ως «Βαλς του Λεπτού». Όμως, ο μεγάλος έρωτας της ζωής του ήταν η κατά έξι χρόνια μεγαλύτερή του Γεωργία Σάνδη (ψευδώνυμο της βαρώνης Ορόρ Ντιντεβάν), που ήταν συγγραφέας και ζούσε μια προκλητικά ελευθεριάζουσα ζωή για τα μέτρα της εποχής (κάπνιζε δημόσια, φορούσε αντρικά ρούχα και είχε πλήθος διάσημων εραστών).

Η αρχική τους γνωριμία έγινε στο σπίτι του στις 5 Νοεμβρίου 1835, σε γεύμα που παρέθεσε στον φίλο του συνθέτη Φραντς Λιστ και την ερωμένη του κοντέσα Μαρί ντ' Αγκού, η οποία έφερε μαζί της τη φίλη της Γεωργία Σάνδη. Ο ίδιος τη χαρακτήρισε «αντιπαθητική», αλλά σταδιακά υπέκυψε στα θέλγητρά της. Στην αρχή δίσταζε να ανοιχτεί μαζί της, φοβούμενος τα σχόλια, αλλά το φθινόπωρο του 1838 η σχέση τους επισημοποιήθηκε, όταν κάμφθηκε οι όποιοι δισταγμοί του.

Με πρόφαση την κακή υγεία του έφυγε με τη Σάνδη, τα παιδιά της Μορίς (15 ετών) και Σολάνζ (10 ετών) και την υπηρέτριάς της για να περάσουν τον χειμώνα στη Μαγιόρκα. Τα δύο προηγούμενα χρόνια ο Σοπέν ταλαιπωρούταν από έντονο βήχα και αιμοπτύσεις (συμπτώματα φυματίωσης), αλλά οι γιατροί τον καθησύχαζαν, λέγοντάς του ότι επρόκειτο για γρίπη. Η Σάνδη νοίκιασε ένα σπίτι στα περίχωρα της Πάλμα και έζησαν ειδυλλιακά, ώσπου ο Σοπέν αρρώστησε. Όταν ο ιδιοκτήτης άκουσε φήμες για φυματίωση του Σοπέν τους ζήτησε να το εγκαταλείψουν. Έπαιξε ρόλο και το κουτσομπολιό των περιοίκων, όταν έμαθαν ότι το ζευγάρι δεν ήταν παντρεμένο.

Έτσι, αναγκάστηκαν να βρουν καταφύγιο σ' ένα μοναστήρι στο απομακρυσμένο χωριό Βαλντεμόζα (15 Δεκεμβρίου 1838). Το κρύο, η υγρασία και η κακή διατροφή υπονόμευσαν ακόμη περισσότερο την εύθραυστη υγεία του Σοπέν. Η Σάνδη πήρε την απόφαση να εγκαταλείψουν αμέσως τη Μαγιόρκα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο νησί ο Σοπέν σε μια από τις πιο παραγωγικές του περιόδους συνέθεσε κάποιες Πολωνέζες από το έργο 28, δύο Πολωνέζες από το έργο 40, το «Σκέρτσο αρ. 3, έργο 39», τη «Μαζούρκα σε Μι ελάσσονα, έργο 41», ενώ αναθεώρησε δύο παλιότερα έργα του, τη «Μπαλάντα αρ. 2, έργο 38» και τη «Σονάτα αρ. 2, έργο 35».

Στις 18 Φεβρουαρίου 1839 αποβιβάστηκαν στο πλοίο «Ελ Μαγιορκέν» με προορισμό τη Βαρκελώνη. Οι κακές συνθήκες που επικρατούσαν στο πλοίο προκάλεσαν έντονο βήχα και νέα αιμόπτυση στον Σοπέν, που μετά δυσκολίας κατόρθωσε να σταματήσει ο γιατρός του πλοίου. Τους συνέστησε να παραμείνουν για λίγες μέρες ακόμη στη Βαρκελώνη μέχρις ότου γίνει καλά. Στις 22 Φεβρουαρίου ο Σοπέν, η Σάνδη, τα δύο παιδιά της και η υπηρέτρια πάτησαν επί γαλλικού εδάφους και συγκεκριμένα στη Μασσαλία. Εκεί έμειναν έως τον Μάιο, όπου χάρη στη φροντίδα ενός έμπειρου γιατρού ο Σοπέν συνήλθε και άρχισαν να σχεδιάζουν την επιστροφή τους στο Παρίσι.

Στις 26 Απριλίου 1841, ο Σοπέν επανήλθε στις συναυλίες με ένα ρεσιτάλ στο σπίτι του Πλεγιέλ, ενώ προσκλήθηκε να παίξει στα ανάκτορα του Κεραμεικού για τον βασιλιά Λουδοβίκο - Φίλιππο. Παρά τα οικονομικά οφέλη, η ψυχολογική πίεση που του ασκούσαν αυτά τα κοντσέρτα ήταν μεγάλη κι έτσι αποφάσισε να γυρίσει στα μαθήματα για να εξασφαλίσει μια μόνιμη πηγή εσόδων. Έτσι, στα 18 χρόνια παραμονής στο Παρίσι, έδωσε μόνο 19 ρεσιτάλ. Αυτά τα έσοδα και οι αυξανόμενες παραγγελίες για νέα έργα μπορούσαν να του εξασφαλίσουν μια άνετη ζωή.

Το ζήτημα της υγείας του επανερχόταν κάθε τόσο. Το Μάρτιο του 1840 ο βήχας άρχισε να τον τυραννάει και πάλι. Ένιωθε αδύναμος και άκεφος και η Σάνδη κάλεσε τον προσωπικό της γιατρό, ο οποίος μαζί με τον γιατρό που τον παρακολουθούσε καθόρισαν τη νέα θεραπευτική αγωγή, καθώς δεν πίστευαν ότι πάσχει από φυματίωση. Κάθε καλοκαίρι η Γεωργία Σάνδη τον έπαιρνε στο εξοχική της στη Νοάν για να αναπνεύσει καθαρό αέρα και να αναπαυθεί. Συχνά καλούσαν στενούς φίλους τους, όπως τη μετζοσοπράνο Πολίν Βιαρντό και τον ζωγράφο Ευγένιο Ντελακρουά. Στη Νοάν ο Σοπέν έγραψε πολλά από τα πιο ευρηματικά έργα του, όπως τη «Φαντασία σε φα ελάσσονα» (1840-1841), «Βαρκαρόλα» (1845-1846), «Μπαλάντα σε λα ύφεση μείζονα» (1840-1841), την «Μπαλάντα σε φα ελάσσονα» (1842) και τη «Σονάτα σε σι ελάσσονα» (1844). Παρά την άμεμπτη στάση του απέναντι στα παιδιά της Σάνδη, η σχέση του με τον γιο της Μορίς ήταν προβληματική, ενώ αντίθετα πολύ καλή με την κόρη της Σολάνζ, η οποία βρισκόταν σε διαρκή αντιπαράθεση με τη μητέρα της.

Στις αρχές του 1844 ήρθε στο Παρίσι η Τζέιν Στέρλινγκ, κόρη τραπεζίτη από τη Σκωτία, για να πάρει μαθήματα πιάνου από τον Σοπέν. Η Στέρλινγκ λάτρευε τη μουσική του, αλλά και τον ίδιο τον συνθέτη. Ο έρωτάς της δεν βρήκε ανταπόκριση, γιατί ο Σοπέν αγαπούσε τη Σάνδη. Την έκανε, πάντως, να μισεί θανάσιμα τη Σάνδη, της οποίας δεν εκτιμούσε ούτε τη συμπεριφορά, ούτε το έργο. Δεν δίσταζε να λέει ότι ο δεσμός αυτός έκανε κακό στον Σοπέν. Στις 25 Μαΐου 1844, ο Σοπέν πληροφορήθηκε τον θάνατο του πατέρα του Νικολά, ο οποίος είχε σβήσει στις 3 Μαΐου σε ηλικία 73 ετών. Το φοβερό αυτό νέο συγκλόνισε τον συνθέτη. Κλείστηκε στο δωμάτιό του και δεν ήθελε να δει κανέναν, ακόμη και τη Σάνδη. Πάντως, την περίοδο εκείνη έγραψε δύο σπουδαία έργα, το «Νανούρισμα» και τη «Σονάτα σε σι ελάσσονα», τα οποία εκδόθηκαν το 1845.

Με την πάροδο του χρόνου, η σχέση του Σοπέν με τη Σάνδη άρχισε να θαμπώνει. Οι συγκρούσεις τους ήταν καθημερινό φαινόμενο και ο Σοπέν έγινε μελαγχολικός και ιδιότροπος. Η οριστική ρήξη επήλθε το καλοκαίρι του 1847. Ο λόγος του χωρισμού, όπως προκύπτει από επιστολή της Σάνδη προς τον Σοπέν, η οποία ανακαλύφθηκε το 1950, είναι ότι ο συνθέτης υποστήριξε την κόρη της Γεωργίας Σάνδη, Σολάνζ, σε έντονη διαμάχη που είχε με τη μητέρα της, επειδή είχε αρραβωνιαστεί κρυφά τον γλύπτη Ογκίστ Κλεσινζέ. Στην επιστολή της με ημερομηνία 28 Ιουλίου 1847 αναφέρει: «...Αντίο φίλε μου. Μακάρι να γιατρευτείτε απ' όλα τα δεινά σας. Θα ευχαριστώ πάντα το Θεό γι' αυτή την ανεπάντεχη κατάληξη της εννιάχρονης αποκλειστικής φιλίας. Να μαθαίνω νέα σας πότε - πότε. Θα ήταν άσκοπο να γυρίσουμε στα παλιά...»

Μόνος κι έρημος ο Σοπέν και με επιβαρυμένη την υγεία του αποδέχθηκε τον Φεβρουάριο του 1848 την πρόσκληση από την Τζένι Στέρλινγκ να επισκεφθεί την Αγγλία και τη Σκωτία. Τον Απρίλιο, κι ενώ το Παρίσι βρισκόταν σε επαναστατικό αναβρασμό, πέρασε στην αντίπερα όχθη της Μάγχης. Έως τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς πραγματοποίησε ένα εξοντωτικό κύκλο μαθημάτων, εμφανίσεων και δεξιώσεων στο Λονδίνο. Εκεί συναντούσε τον Κάρολο Ντίκενς, τον Τόμας Καρλάιλ και την Τζένι Λιντ, που δεν έχανε καμία εμφάνισή της στην όπερα. Τα οικονομικά του βελτιώθηκαν σημαντικά, αλλά το πρόβλημα με την υγεία του επιδεινώθηκε, εξαιτίας και της μολυσμένης ατμόσφαιρας του Λονδίνου. Έτσι, αποφάσισε να ξεκουραστεί, φιλοξενούμενος σε σπίτια αριστοκρατών φίλων της Στέρλινγκ στη Σκωτία. Τότε κυκλοφόρησαν διάφορες φήμες που ήθελαν τον Σοπέν με τη Στέρλινγκ να έχουν αρραβωνιαστεί, αλλά αποδείχθηκαν ανυπόστατες.

Θάνατος
Ο Σοπέν, με επιβαρυμένη υγεία και έχοντας παραμελήσει το συνθετικό έργο του, αποφάσισε να επιστρέψει στο Παρίσι, έπειτα από μία σύντομη παραμονή στο Λονδίνο, όπου έπαιξε σ' ένα φιλανθρωπικό κοντσέρτο για τους Πολωνούς πρόσφυγες στις 16 Νοεμβρίου 1848. Έφτασε στο Παρίσι στις 24 Νοεμβρίου 1848 και ως την επομένη άνοιξη η κατάσταση της υγείας του διαρκώς χειροτέρευε. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του με την προτροπή των γιατρών του εγκαταστάθηκε σ' ένα ευρύχωρο διαμέρισμα στο κέντρο του Παρισιού, περιστοιχιζόμενος από πιστούς φίλους του και την αδελφή του Λουντβίκα, που είχε έρθει από την Πολωνία για να του συμπαρασταθεί.

Αντιλαμβανόμενος το τέλος, ο Σοπέν ζήτησε να καταστραφούν τα χειρόγραφα των ανολοκλήρωτων έργων του και να ακουστεί το «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ στην κηδεία του, ενώ απαίτησε από την αδελφή του να μεταφερθεί η καρδιά του στη Βαρσοβία. Στις 12 Οκτωβρίου 1849 εξομολογήθηκε και μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων από τον φίλο του ιερέα Αλεξάντερ Γιελοβίτσκι και του πρόσφερε ένα μεγάλο ποσό, λέγοντάς του ότι χωρίς την παρουσία του «θα πέθαινε σαν γουρούνι». Στο σαλόνι του σπιτιού του συνωστίζονταν πρίγκιπες, κόμισες, μαρκησίες και απλοί πολίτες, που προσεύχονταν για τη σωτηρία του, όπως αναφέρουν οι βιογράφοι του. Η Σολάνζ ήλθε να σταθεί δίπλα στον αληθινό φίλο της στις τελευταίες στιγμές του, αλλά όχι και η μητέρα της Γεωργία Σάνδη. Στις 15 Δεκεμβρίου έφθασε και η Δελφίνη Ποτότσκα, από την οποία ο Σοπέν ζήτησε να του τραγουδήσει. Στις 2 το πρωί της 17ης Οκτωβρίου 1849 άφησε την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά της Σολάνζ και πέρασε στην αιωνιότητα, σε ηλικία 39 ετών.

Η είδηση του θανάτου του διαδόθηκε την ίδια μέρα σε όλο το Παρίσι, σκορπίζοντας ρίγη συγκίνησης στο φιλόμουσο κοινό της γαλλικής πρωτεύουσας και βαθιά θλίψη στους φίλους του. Ο χαμός του μεγάλου Πολωνού πατριώτη συγκλόνισε τους συμπατριώτες του, που είχαν ξεσηκωθεί για την ανεξαρτησία τους, αφού έχαναν ένα τίμιο, ειλικρινή και ακούραστο μαχητή των πολωνικών δικαίων. Ο παρισινός τύπος έκανε εκτενείς αναφορές στη ζωή και το έργο του Σοπέν και οι διάφοροι αρθρογράφοι υπογράμμιζαν τη συμβολή του στη μουσική και στη δημιουργία της νέας σχολής πιάνου.

Η κηδεία του έγινε στις 30 Οκτωβρίου στο ναό της Μαρίας της Μαγδαληνής των Παρισίων, παρουσία 3.000 ανθρώπων, με χτυπητή την απουσία της Γεωργίας Σάνδη. Στην κηδεία του ακούστηκε το «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ, σύμφωνα με τη θέλησή του, και τα δικά του «Πρελούδια αρ. 4 και 6». Η ταφή του έγινε στο ονομαστό κοιμητήριο της γαλλικής πρωτεύουσας Περ Λασέζ, όπου πάνω από τον τάφο του ακούστηκε το «Επικήδειο Εμβατήριο από τη Σονάτα αρ. 2». Ένα χρόνο αργότερα έγιναν τα αποκαλυπτήρια ενός μνημείου με τη μορφή μιας μούσας που θρηνεί κρατώντας μια σπασμένη λύρα, ενώ πολωνικό χώμα σκορπίστηκε πάνω στον τάφο του. Ήταν δημιουργία του Ογκίστ Κλεσινζέ, συζύγου της Σολάνζ. Η καρδιά του, σύμφωνα με την επιθυμία του, μεταφέρθηκε στη Βαρσοβία, όπου φυλάσσεται στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού.

Οι Πολωνοί τίμησαν και τιμούν πολλαπλώς τον μεγάλο συμπατριώτη τους. Το όνομά του φέρουν: Το διεθνές αεροδρόμιο της Βαρσοβίας, ο κορυφαίος διαγωνισμός πιάνου που διεξάγεται κάθε πέντε χρόνια στη Βαρσοβία από το 1927 και η Μουσική Ακαδημία της Βαρσοβίας, το μεγαλύτερο ωδείο της Πολωνίας. «Σοπέν» ονομάζεται ο αστεροειδής 3784. Η πολωνική κυβέρνηση διέθεσε γύρω στα 25.000.000 ευρώ για την ανέγερση του Μουσείου Σοπέν στη Βαρσοβία, τα εγκαίνια του οποίου έγιναν την 1η Μαρτίου 2010. Το 2008 ξεσηκώθηκε θόρυβος αν ο Σοπέν πέθανε από φυματίωση ή κυστική ίνωση, μια κληρονομική ασθένεια, που δεν είχε ανιχνευθεί την εποχή του Σοπέν. Η Πολωνική Κυβέρνηση αρνήθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή της για να υποβληθεί η καρδιά του Σοπέν σε τεστ DNA.

Έργο
Ο Σοπέν συνέθεσε γύρω στα 230 έργα:
3 Σονάτες για πιάνο
5 Ρόντο
4 Σκέρτσα
4 Μπαλάντες
17 Πολωνέζες
58 Μαζούρκες
20 Βαλς
3 Εκοσέζ (Σκωτικοί Χοροί)
26 Πρελούδια
4 Παραλλαγές
4 Εμπρομπτί (Αυτοσχεδιάσματα)
21 Νυχτερινά
27 Σπουδές
2 Κοντσέρτα για πιάνο και ορχήστρα

Τα πιο δημοφιλή έργα του είναι:
«Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1»
«Μεγάλο Αστραφτερό Βαλς σε μι ύφεση μείζονα, έργο 18»
«Βαλς σε ρε ύφεση έργο 64 αριθμός 1», γνωστό και ως «Βαλς του Λεπτού»
«Σονάτα για πιάνο αριθμός 2 σε σι ύφεση ελάσσονα, έργο 35», με το Επικήδειο Εμβατήριο του τρίτου μέρους
«Σπουδή αρ. 12, έργο 10», γνωστή και ως «Επαναστατική»
«Σκέρτσο αρ. 2 σε σι ύφεση ελάσσονα, έργο 31»
«Πολωνέζα σε λα ύφεση μείζονα, έργο 53», γνωστή και ως «Ηρωϊκή»
«Πολωνέζα σε λα μείζονα, έργο 40 αριθμός 1», γνωστή και ως «Στρατιωτική»
«Φαντασία - Αυτοσχεδίασμα σε ντο δίεση ελάσσονα, έργο 66»
«Πρελούδιο αρ. 4 σε μι ελάσσονα»
«Μαζούρκα σε σι ύφεση μείζονα, έργο 7 αρ. 1»
«Παραλλαγές στο ντουέτο "Το χεράκι σου, αγάπη" από την όπερα του Μότσαρτ "Ντον Τζιοβάνι"»

Ο Σοπέν είχε απογοητεύσει τον δάσκαλό του Έλσνερ με το να μη συνθέτει όπερες με πολωνικό περιεχόμενο, όπως και τον εξόριστο πολωνό πατριώτη και ποιητή Άνταμ Μικίεβτς με τον χρόνο που κατανάλωνε σε ανούσιες συναναστροφές με την παρισινή αριστοκρατία. Διάφοροι κριτικοί της εποχής του, που ανήκαν στο κατεστημένο και αξιολογούσαν την καλλιτεχνική αξία με μοναδικό κριτήριο τα μεγάλης κλίμακα ακαδημαϊκά επιτεύγματα, απέρριπταν το έργο του, αν και πολλοί άλλοι αναγνώρισαν αμέσως την αληθινή αξία του έργου του, τη συνθετική του πρωτοτυπία και την εξαιρετική του δεξιοτεχνία.

Η σύγχρονη κριτική τοποθετεί τον Σοπέν ανάμεσα στους μεγάλους της μουσικής, αναγνωρίζοντας τόσο την ικανότητα να διεισδύει τόσο στις μυστικές γωνιές της ανθρώπινης ψυχής, όσο και την ικανότητά του να αντλεί νέες ηχητικότητες από το πιάνο. Διέθετε το σπάνιο χάρισμα να συνθέτει μελωδίες με πολύ προσωπικό χαρακτήρα, που εξέφραζαν ψυχικά συναισθήματα, χωρίς ωστόσο να καταφεύγει σε συναισθηματισμό. Ρομαντική η μουσική του στην ουσία της, αλλά με μια κλασσική καθαρότητα.

Στα έργα του για πιάνο εναλλάσσονται το φλογερό πάθος με τη μελαγχολική και τη στοχαστική διάθεση, η τρυφερή και ποιητική μελωδική αίσθηση με τη λαμπερή δεξιοτεχνία. Στα «Νυχτερινά», που μοιάζουν με τραγούδια δίχως λόγια, υπάρχει μια διάθεση μελαγχολίας και εκμυστήρευσης. Στις «Σπουδές» αναδεικνύονται οι εκφραστικές δυνατότητες του οργάνου. Οι «Μπαλάντες» βασίζονται σε ονειρικές και ποιητικές ιδέες. Στις «Πολωνέζες» και «Μαζούρκες», που βασίζονται σε λαϊκούς ρυθμούς της Πολωνίας, εκφράζεται ένα φλογερό πατριωτικό πάθος.

O Σοπέν διαφωνούσε με τη μουσική του Μπερλιόζ, που τη θεωρούσε πολύ εξωστρεφή. Ήταν φίλος με τον Σούμαν και τον Μέντελσον, αλλά δεν τον ενδιέφερε η μουσική τους. Θαύμαζε τον Μότσαρτ και τον Μπετόβεν, αλλά πιο πολύ τον Μπαχ. Στα νεανικά του έργα είχε επηρεαστεί από τον ιρλανδό συνθέτη Τζον Φιλντ (1782-1837), έναν από τους πρωτοπόρους της ρομαντικής μουσικής. Οι συνθέσεις του για πιάνο και κυρίως τα «Νυχτερινά» του εμφανίζουν αρκετές ομοιότητες με ορισμένα κομμάτια που έγραψε ο Σοπέν. Με τη σειρά του, ο Σοπέν επηρέασε με την τεχνική και το συνθετικό του έργο μεταγενέστερους συνθέτες, όπως ο Σκριάμπιν και ο Ραχμάνινοφ.

Στα ελληνικά κυκλοφορεί η μοναδική εμπεριστατωμένη βιογραφία του συνθέτη «Φρειδερίκος Σοπέν: Η Ζωή, Το Έργο, Η Εποχή του» από τον συγγραφέα Γεώργιο Δρόσο (εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, 1999).

Πηγή: sansimera.gr
read more “Φρεντερίκ Σοπέν 1810 – 1849”